26/03/2026
ΤΑΞΙΑΡΧΟΣ (ΠΖ) THEODORE C MATAXIS, US ARMY – ΠΕΝΤΕ ΘΗΤΕΙΕΣ ΣΤΑ ΠΕΔΙΑ ΤΩΝ ΜΑΧΩΝ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ, ΤΗΣ ΚΟΡΕΑΣ, ΤΟΥ ΒΙΕΤΝΑΜ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΦΓΑΝΙΣΤΑΝ.
«Η διάσπαση της Γραμμής Siegfried και η απελευθέρωση των Γαλλικών πόλεων, Forbach και Oeting. Οι σκληρές μάχες στην Κορέα, στα υψώματα Triangle, T-Bone και Pork Chop Hills. Οι δύο θητείες του στο Βιετνάμ, ως υποδιοικητής της 101ης και της 82ης Αερομεταφερόμενης Μεραρχίας. Η γνωριμία του με τον Πρόεδρο Ronald Reagan, την δεκαετία του ‘80. Η ανάθεση της εκπαίδευσης των Μουτζαχεντίν, στο Αφγανιστάν, σε ηλικία 70 ετών».
Κείμενο – Έρευνα: Γεώργιος Χαλκιαδόπουλος
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΑΤΑΓΩΓΗ – ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ – ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ – ΠΡΟΠΟΛΕΜΙΚΗ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΕΝΤΑΞΗ
Ο Ταξίαρχος (ΠΖ) Theodore C. “Ted” Mataxis Sr, ανήκε στη γενιά εκείνων των Ελληνοαμερικανών, οι οποίοι μεγάλωσαν γαλουχημένοι με τα ιδεώδη δύο πατρίδων. Της Ελλάδας της μνήμης και της Αμερικής της ευκαιρίας. Η ζωή του δεν μπορεί να νοηθεί αποκομμένη από το μεταναστευτικό βίωμα της οικογένειάς του, το οποίο σφράγισε από νωρίς την αντίληψή του, για το καθήκον, την εργασία, αλλά και την έννοια της προσφοράς, προς το κοινωνικό σύνολο. Ο πατέρας του ονομαζόταν Χρήστος Μεταξάς (γνωστός αργότερα ως Christ ή Christopher Mataxis) και είχε γεννηθεί το 1882, στο χωριό Άκοβος, του Νομού Αρκαδίας. Πρόκειται για ένα ορεινό χωριό, το οποίο ανήκει στον Δήμο Μεγαλόπολης και βρίσκεται χτισμένο σε υψόμετρο 883 μέτρων, σε μια πλαγιά του Ταϋγέτου. Αξίζει να σημειωθεί πως στον Άκοβο και την γύρω περιοχή, διέμεναν στα χρόνια της Επανάστασης του 1821, ο Αναγνώστης και ο Κωνσταντής Κολοκοτρώνης, θείος και πατέρας αντίστοιχα, του μεγάλου Έλληνα οπλαρχηγού, Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Επίσης, από τον Άκοβο καταγόταν και η Σοφία Δ. Καρούτσου, μητέρα του ήρωα Νικήτα Σταματελόπουλου (ή Νικηταρά), τού επονομαζόμενου και «Τουρκοφάγου».
Όταν ο Χρήστος Μεταξάς έφτασε στην ηλικία των 25 ετών, αποφάσισε να μεταναστεύσει στις Ηνωμένες Πολιτείες (το 1907), σε μια εποχή που το υπερατλαντικό ταξίδι, τις περισσότερες φορές σήμαινε οριστικό αποχωρισμό, από την πατρίδα και την οικογένεια. Όπως πολλοί Έλληνες της γενιάς του, έφθασε στις ΗΠΑ με ελάχιστα χρήματα και δίχως εγγυήσεις επιτυχίας, βασιζόμενος αποκλειστικά στην εργατικότητα και την επιμονή του. Κατά την διάρκεια της διαδικασίας ελέγχου, στο Ellis Island, το επώνυμο «Μεταξάς» καταγράφηκε ως “Mataxis” και στην συνέχεια, αφού τού επετράπη η είσοδός του στις ΗΠΑ, εγκαταστάθηκε στο Seattle, στην Πολιτεία της Washington. Για τα επόμενα 10 χρόνια, εργάστηκε σκληρά, σε διάφορα καταστήματα ομογενών, καταφέρνοντας να αποταμιεύσει ένα σεβαστό ποσό, που θα του επέτρεπε να ξεκινήσει την δική του επιχείρηση. To 1917, ο Christ Mataxis παντρεύτηκε την Edla Osterdahl, η οποία είχε μεταναστεύσει στις ΗΠΑ, από την Σουηδία (το 1911) και μαζί της απέκτησε δύο παιδιά, τον Theodore (17/8/1917) και την Helen (1929). Παράλληλα διατηρούσε το δικό του παντοπωλείο, στο Seattle, υπό την επωνυμία “The Κid’s Grocery”. Η οικογένεια τού Έλληνα μετανάστη ήταν πολύ δεμένη, αυστηρή ως προς τις αρχές της, και ταυτόχρονα προσανατολισμένη προς την πρόοδο και την άνοδο στην Αμερικανική κοινωνία. Στο σπίτι τού Mataxis, η Ελληνική γλώσσα και τα ήθη, συνυπήρχαν με την Αμερικανική καθημερινότητα. Οι αφηγήσεις των δύο γονιών, προς τα παιδιά τους, σχετικά με την πατρίδα, τις δυσκολίες και το ξεκίνημα από το μηδέν, αλλά και την έμφαση στην τιμή του ονόματος της οικογένειας, τους προσέδωσαν ένα σύστημα αξιών, που ο νεαρός Θεόδωρος αφομοίωσε πλήρως.
Η παιδική και η εφηβική του ηλικία, συνέπεσαν με τα ταραγμένα χρόνια του Μεσοπολέμου. Η «Μεγάλη Ύφεση», η ανεργία και η κοινωνική αβεβαιότητα, επηρέασαν βαθιά τη γενιά του. Για πολλούς νέους της εποχής, η προοπτική μιας στρατιωτικής καριέρας, αντιπροσώπευε όχι μόνο επαγγελματική σταθερότητα, αλλά και τρόπο κοινωνικής ένταξης και ανάδειξης. Έτσι λοιπόν, το φθινόπωρο του 1939, ο Theodore C Mataxis, παράλληλα με τις σπουδές του στις Διεθνείς Υποθέσεις (International Affairs/Relations), στο πανεπιστήμιο George Washington University, κατατάχθηκε και στην Εθνοφρουρά της Πολιτείας της Ουάσιγκτον (Washington National Guard), μέσω του στρατιωτικού προγράμματος ROTC (Reserve Officers' Training Corps). Το συγκεκριμένο πρόγραμμα, «έτρεχε» εντός τού πανεπιστημίου και αντλούσε υποψήφιους αξιωματικούς, με υψηλό μορφωτικό επίπεδο, οι οποίοι προαλείφονταν για την είσοδό τους στις ένοπλες δυνάμεις των ΗΠΑ. Η επιλογή όμως της στρατιωτικής ζωής, δεν υπήρξε γι’ αυτόν, απλώς μια πρακτική λύση βιοπορισμού. Ήταν έκφραση εσωτερικής κλίσης προς την πειθαρχία, την οργάνωση και την υπηρεσία προς το κοινωνικό σύνολο, αρετές που ταίριαζαν απόλυτα με την ιδιοσυγκρασία του. Από νωρίς ξεχώρισε για τη σοβαρότητα και την υπευθυνότητά του. Οι ανώτεροί του παρατήρησαν ότι δεν επεδίωκε την ανάδειξη μέσω εντυπωσιασμού, αλλά μέσω σταθερής, μεθοδικής απόδοσης, χαρακτηριστικό που συχνά διακρίνει τους φυσικούς ηγέτες μάχης.
Έτσι λοιπόν, το 1940, σε μια περίοδο κατά την οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες, προετοιμάζονταν εντατικά, για το ενδεχόμενο εμπλοκής στον πόλεμο, αποφοίτησε από το Πανεπιστήμιο της Ουάσιγκτον και εισήλθε στις τάξεις του Αμερικανικού Στρατού, με τον βαθμό του Ανθυπολοχαγού (Second Lieutenant). Η προαγωγή αυτή σήμαινε τη μετάβασή του, από τον ρόλο του απλού στρατιώτη, στον ρόλο του Διοικητή, ενός ανθρώπου υπεύθυνου, όχι μόνο για την εκτέλεση διαταγών, αλλά και για τη ζωή των ανδρών του. Η εκπαίδευσή του ως αξιωματικού, περιλάμβανε προηγμένα μαθήματα τακτικής πεζικού, διαχείρισης προσωπικού και διοικητικής οργάνωσης Μονάδων, προετοιμάζοντάς τον για τις απαιτήσεις ενός πολέμου μεγάλης κλίμακας. Στα πρώτα χρόνια της υπηρεσίας του, διαμορφώθηκε επίσης και η φιλοσοφία ηγεσίας, που θα τον συνόδευε σε όλη του τη ζωή. Ο αξιωματικός δεν διοικεί από απόσταση, αλλά οφείλει να βρίσκεται δίπλα στους άνδρες του, να μοιράζεται τις κακουχίες τους και να δίνει ο ίδιος το παράδειγμα. Η αντίληψη αυτή —η «ηγεσία εκ του παραδείγματος»— θα γινόταν το σήμα κατατεθέν του, σε όλα τα μετέπειτα πεδία μαχών, από τα χιονισμένα δάση της Αλσατίας, έως τους λόφους της Κορέας και τις ζούγκλες του Βιετνάμ.
Β΄ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ – ΑΛΣΑΤΙΑ – ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ NORDWIND – ΔΙΑΣΠΑΣΗ ΓΡΑΜΜΜΗΣ ΖΙΓΚΦΡΙΝΤ
Όταν οι Ιάπωνες επιτέθηκαν στο Pearl Harbor, στις 7 Δεκεμβρίου 1941, και οι Ηνωμένες Πολιτείες, εισήλθαν τελικά στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Ανθυπολοχαγός Θεόδωρος Ματαξής, ήταν ήδη ένας καταρτισμένος αξιωματικός πεζικού, έτοιμος να αναλάβει ευθύνες πρώτης γραμμής. Τον Ιούλιο του 1943, ο άρτι προαχθείς Υπολοχαγός Mataxis τοποθετήθηκε στο νεοσύστατο 276ο Σύνταγμα, το οποίο υπάγονταν στην 70η Μεραρχία Πεζικού (276th Infantry Regiment, 70th Infantry Division). Ακολούθησαν 16 μήνες εντατικής εκπαίδευσης και τελικά, στις 15 Δεκεμβρίου 1944, το Σύνταγμα αποβιβάστηκε στη Μασσαλία της Γαλλίας. Εκείνη την περίοδο, το Δυτικό Μέτωπο βρισκόταν σε μια από τις πλέον επικίνδυνες καμπές του. Οι Σύμμαχοι, έχοντας ξεκινήσει την προέλασή τους από τη Νορμανδία, στις 6 Ιουνίου 1944, είχαν φθάσει πλέον στα σύνορα του Γ΄ Ράιχ, όμως οι Γερμανικές δυνάμεις, παρά την υποχώρησή τους, εξακολουθούσαν να προετοιμάζονται για ένα συντριπτικό χτύπημα εναντίον τους. Η αιφνιδιαστική επίθεση στις Αρδέννες, την αμέσως επόμενη ημέρα, 16 Δεκεμβρίου 1944, κατέπληξε τους Συμμάχους, όταν 200.000 Γερμανοί στρατιώτες, ουσιαστικά κατέστρεψαν την Αμερικανική 106η Μεραρχία Πεζικού και δημιούργησαν ένα μεγάλο ρήγμα, που απειλούσε να διασπάσει την Συμμαχική 12η Ομάδα Στρατιών. Παρόλα αυτά, από τις 21 Δεκεμβρίου 1944, η ορμή της Γερμανικής επίθεσης άρχισε να εξασθενεί και ήταν προφανές, ότι σύντομα θα έφθανε στα πρόθυρα της αποτυχίας. Έτσι λοιπόν, η Γερμανική ανώτατη διοίκηση, προκειμένου να ανακουφίσει την πίεση, που δέχονταν πλέον οι Γερμανικές δυνάμεις στις Αρδέννες, σχεδίασε την «Επιχείρηση Northwind». Στόχος της επιχείρησης ήταν να διασπάσει τις γραμμές της Έβδομης Στρατιάς των ΗΠΑ και της 1ης Γαλλικής Στρατιάς, στα Άνω Βόσγια Όρη και την Αλσατική Πεδιάδα και να τις καταστρέψει, καθώς και η κατάληψη της πόλης του Στρασβούργου. Η επίθεση ξεκίνησε την 1η Ιανουαρίου 1945 και σύντομα ο Mataxis και οι υπόλοιποι συνάδελφοί του, στο 276ο Σύνταγμα Πεζικού, βρέθηκαν στο μάτι του κυκλώνα.
Η Γερμανική επίθεση συνδύαζε πυκνά πυρά πυροβολικού, νυχτερινές διεισδύσεις πεζικού και επιθετικούς ελιγμούς, που επεδίωκαν να εντοπίσουν αδυναμίες και να ανοίξουν ρήγματα. Για εβδομάδες οι μάχες στον τομέα της 70ής Μεραρχίας διεξάγονταν σε μικρές αποστάσεις και με τεράστια φθορά. Περιπολίες σε δάση, αλληλοβομβαρδισμοί όλμων, αιφνιδιαστικές επιθέσεις σε φυλάκια, και διαβίωση μέσα σε παγωμένα ορύγματα. Σε αυτό το πλαίσιο και με τις απώλειες αξιωματικών και οπλιτών να αυξάνονται ραγδαία, ο Λοχαγός Mataxis προήχθη σε Ταγματάρχη και ανέλαβε τη διοίκηση τού 2ου Τάγματος, τού 276ου Συντάγματος Πεζικού, δηλαδή την ευθύνη εκατοντάδων ανδρών που βρίσκονταν καθημερινά εκτεθειμένοι σε άμεσο κίνδυνο. Η εικόνα ενός Διοικητή που εμφανιζόταν ο ίδιος στις πιο εκτεθειμένες τοποθεσίες, μέσα στο χιόνι και τη λάσπη, αποτελούσε επιχειρησιακή μέθοδο ηγεσίας, με την οποία ο Mataxis κράτησε το Τάγμα του λειτουργικό, σε συνθήκες εξάντλησης. Ως αποτέλεσμα όλων αυτών παρασημοφορήθηκε με το Silver Star, το οποίο απονέμεται αποκλειστικά για προσωπικό ηρωισμό, υπό εχθρικά πυρά. Η απονομή αφορούσε τις ενέργειες του, το βράδυ της 10ης Ιανουαρίου 1945, πλησίον της πόλης Rothbach της Γαλλίας. Εκείνη τη νύχτα, δύο Λόχοι του Τάγματός του, είχαν χάσει τους διοικητές τους και κινδύνευαν να διαλυθούν, βαλλόμενοι υπό Γερμανικά πυρά πολυβόλων και πυροβολικού. Ο Ταγματάρχης Mataxis κινήθηκε μόνος του προς τα εμπρός, μέσα στο σκοτάδι, για να αναλάβει τον συντονισμό της επίθεσης. Η επίσημη αιτιολογία της απονομής καταγράφει λεπτομερώς τις πράξεις του:
«…Απονέμεται για ανδρεία σε μάχη, στις 10 Ιανουαρίου 1945, πλησίον του Rothbach, Γαλλία. Όταν δύο Λόχοι είχαν χάσει τους διοικητές τους ως αποτέλεσμα εχθρικής ενέργειας, ο Αντισυνταγματάρχης (τότε Ταγματάρχης) Mataxis, Αξιωματικός Επιχειρήσεων Τάγματος, προχώρησε εμπρός για να συντονίσει τις Μονάδες αυτές σε νυχτερινή επίθεση. Έθεσε τον έναν Λόχο σε δράση και ενίσχυσε τον άλλον, φέρνοντας αποτελεσματικά πυρά εναντίον εχθρικών πολυβόλων που είχαν καθηλώσει τις διμοιρίες τυφεκιοφόρων. Προχωρώντας μπροστά, αναδιοργάνωσε τα τμήματα της πρώτης γραμμής, μέσα σε απόλυτο σκοτάδι και υπό σφοδρό βομβαρδισμό πυροβολικού. Ενώ βρισκόταν σε άμεση εμπλοκή, συνέλαβε δύο αιχμαλώτους και εξουδετέρωσε τρεις στρατιώτες του εχθρού, οι οποίοι επάνδρωναν θέσεις αυτομάτων όπλων. Η επιθετική και αποφασιστική ηγεσία του, σε κρίσιμο σημείο της μάχης, αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για τους αξιωματικούς και τους άνδρες του Τάγματος και υπήρξε καθοριστικός παράγοντας, για την επιτυχή ολοκλήρωση της αποστολής της Μονάδας του».
Στις 6 Φεβρουαρίου 1945, ο Mataxis, ως Διοικητής του 2ου Τάγματος, εγκατέστησε προωθημένο Σταθμό Διοικήσεως (Command Post) στο χωριό Folkling, το οποίο απείχε μόλις 9χλμ από την πόλη Oeting, η οποία αποτελούσε τον αντικειμενικό του σκοπό, ώστε να έχει άμεσο έλεγχο και εικόνα του πεδίου της μάχης. Για τις επόμενες ημέρες, το σχέδιο προέβλεπε, αρχικά την κατάληψη των υψωμάτων γύρω από το Oeting και στην συνέχεια, αναγνώριση και συλλογή πληροφοριών, για τις θέσεις του εχθρού, την δύναμή του και τον εξοπλισμό του, για την επικείμενη επίθεση που σχεδίαζε το επιτελείο της 70ης Μεραρχίας, για την κατάληψη της πόλης. Η επίθεση στα υψώματα άρχισε στις 00:01. Καθώς η νύχτα κάλυπτε το πεδίο, οι πρώτες κινήσεις εκτελέστηκαν υπό περιορισμένη ορατότητα, με στόχο να αιφνιδιαστούν οι Γερμανοί. Μέχρι τις 05:07, οι άνδρες του Mataxis είχαν εκκαθαρίσει τις αμυντικές θέσεις του εχθρού, χρησιμοποιώντας μέσα στο σκοτάδι, μπαζούκας και χειροβομβίδες, αλλά και ξιφολόγχες, σε μάχες σώμα με σώμα. Με το πρώτο φως της ημέρας οι Γερμανοί άνοιξαν πυρ εναντίον τους, με όλμους, πολυβόλα και πυροβολικό, μετατρέποντας τα υψώματα που είχαν καταλάβει οι Αμερικανοί, σε «ζώνες θανάτου». Οι Λόχοι που κρατούσαν τις θέσεις υπέστησαν σοβαρές απώλειες, όμως διατήρησαν τον έλεγχο των υψωμάτων. Καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας, οι Γερμανικές αντεπιθέσεις και τα πυρά, υποχρέωναν τους Αμερικανούς να πολεμούν για να κρατήσουν αυτό που είχαν ήδη κερδίσει. Η μέρα πέρασε με εκατέρωθεν αντεπιθέσεις και οι άνδρες του Mataxis, κατάφεραν να συλλάβουν 40 αιχμαλώτους, στοιχείο που δείχνει ότι η πίεση που ασκούσαν περιστασιακά, είχε αποτέλεσμα και σε επίπεδο διάλυσης μικρών εχθρικών θυλάκων.
Κατά τη διάρκεια της νύχτας 7-8 Φεβρουαρίου 1945, υπήρχαν ενδείξεις ότι ο εχθρός ανασυντάσσονταν και αναδιοργανωνόταν ενεργά. Γι’ αυτό τον λόγο, τις 07:00 το πρωί, ξημερώματα της 8ης Φεβρουαρίου 1945, οι Αμερικανοί προσπάθησαν να αντεπιτεθούν με δύναμη ενός Λόχου, υποστηριζόμενου από μερικά άρματα μάχης, όμως τα πυρά του εχθρικού πυροβολικού, συνέχισαν να είναι έντονα, καθιστώντας την κίνηση σχεδόν αδύνατη. Ο Mataxis και οι άνδρες του παρέμειναν στωικά στα χαρακώματά τους και συνέχισαν να μάχονται, βυθισμένοι στο νερό της βροχής, που έφθανε μέχρι το γόνατο, μέχρι που νύχτωσε. Τα όπλα είχαν βουλώσει τόσο πολύ με λάσπη, που σε μία διμοιρία μόνο τρεις μπορούσαν να πυροβολήσουν. Όλα αυτά, σε συνδυασμό με το συνεχές σφυροκόπημα του εχθρικού πυροβολικού και την αβέβαιη έκβαση της νυχτερινής μάχης, μέσα στον αστικό ιστό, οδήγησαν τον Mataxis σε μια κρίσιμη διοικητική επιλογή. Αποφάσισε να μην διατάξει νυχτερινή έφοδο μέσα στην πόλη, χωρίς τις κατάλληλες συνθήκες, εκτιμώντας ότι κάτι τέτοιο θα κόστιζε δυσανάλογα σε ανθρώπινες ζωές για περιορισμένο κέρδος. Τελικά στις 8 Φεβρουαρίου, έχοντας λάβει διαταγή υποχώρησης, εκτέλεσε επιτυχημένη απαγκίστρωση του Τάγματός του. Με αυτήν την τολμηρή και επιθετική επιδρομή, που πραγματοποίησε ο Mataxis με το 2ο Τάγμα Πεζικού, συγκέντρωσε ανεκτίμητες πληροφορίες για τη δύναμη, τις διατάξεις και τις τακτικές του εχθρού. Η αξία των πληροφοριών που αποκτήθηκαν αποκαλύφθηκε λίγες μέρες αργότερα, όταν το 276ο Σύνταγμα Πεζικού εξαπέλυσε την επίθεσή του, καταλαμβάνοντας το Oeting και το Forbach. Επικεφαλής των στρατευμάτων που κατέλαβαν τις δύο πόλεις ήταν ο Ταγματάρχης Theodore C. Mataxis. Η τελική απελευθέρωση του Oeting στις 18 Φεβρουαρίου 1945, αποτέλεσε σημείο αναφοράς και μνήμης για τους κατοίκους της πόλης. Για τους στρατιώτες του 2ου Τάγματος, ήταν αποτέλεσμα εβδομάδων εξάντλησης και φθοράς. Για τον Mataxis, αποτέλεσε στιγμιαία επικύρωση του τρόπου διοίκησής του. Προωθημένο διοικητήριο, ακριβής έλεγχος των φάσεων της μάχης, και διαρκής προσαρμογή σε πυρά και αντεπιθέσεις. Δεκαετίες αργότερα, τον Μάρτιο του 2005, οι δημοτικές αρχές της Γαλλικής πόλης, τον κάλεσαν και τον τίμησαν ως απελευθερωτή, δίνοντας το όνομά του, σε έναν δρόμο του Oeting, “Rue du Général Mataxis” (σ.σ. «Οδός Στρατηγού Ματαξή»), μια σπάνια τιμή για αλλοδαπό αξιωματικό.
Μετά την ανάσχεση της Γερμανικής επίθεσης και την αποτυχία της «Επιχείρησης Nordwind», στα τέλη Φεβρουαρίου 1945, η αποστολή του Mataxis και των ανδρών του μεταστράφηκε, από άμυνα σε επίθεση. Στόχος τους ήταν πλέον η διάρρηξη της αμυντικής «Γραμμής Ζίγκφριντ» (Westwall), ενός συστήματος σκυρόδετων οχυρών, αντιαρματικών εμποδίων και οργανωμένων θέσεων πυρός, που προστάτευαν τα σύνορα του Γ΄ Ράιχ. Η διάσπαση τέτοιων αμυντικών ζωνών απαιτούσε συνδυασμό επιθέσεων πεζικού, μηχανικού και πυροβολικού. Κάθε προώθηση μετριόταν σε εκατοντάδες μέτρα και συχνά σε δεκάδες ζωές. Στις επιχειρήσεις προς Forbach και στην ευρύτερη ζώνη του ποταμού Saar, το Τάγμα του Mataxis βρέθηκε στην αιχμή της επίθεσης. Ο Ελληνο/Αμερικανός αξιωματικός αναφέρει:
«Μετά την κατάληψη του Forbach της Γαλλίας, η Μεραρχία μας εξαπέλυσε επίθεση για να φθάσει στον ποταμό Saar… Έπειτα από σφοδρό βομβαρδισμό πυροβολικού, διαβήκαμε τον ποταμό και καταλάβαμε τμήματα της Γραμμής Ζίγκφριντ…»
Περιγράφει επίσης και μια σκηνή υψηλού συμβολισμού, η οποία έλαβε χώρα τον Απρίλιο του 1945, κατά την παράδοση και κατάληψη της πόλης Völklingen. Όταν ο Ελληνο/Αμερικανός αξιωματικός εισήλθε στο Δημαρχείο της πόλης, συνοδευόμενος από Γερμανούς πολιτικούς και στρατιωτικούς αξιωματούχους, είδε ότι πάνω στο γραφείο του Δημάρχου, υπήρχε μια μαρμάρινη προτομή του Αδόλφου Χίτλερ, ενώ στον τοίχο, βρισκόταν κρεμασμένο ένα τεράστιο ζωγραφικό πορτραίτο, του Γερμανού δικτάτορα.
«Το γραφείο του Δημάρχου ήταν στολισμένο με μια τεράστια ναζιστική σημαία… Χωρίς να πω λέξη στους Γερμανούς, διέταξα αμέσως τους άνδρες μου, να κόψουν και να κατεβάσουν την σημαία… Έπειτα πήρα την προτομή του Χίτλερ και την πέταξα με δύναμη, πάνω στον πίνακα-ελαιογραφία».
Αυτό το επεισόδιο είναι κάτι πολύ περισσότερο από ένα απλό «ανέκδοτο». Εντάσσεται στην ωμή πραγματικότητα και στην αλληλουχία των γεγονότων του πολέμου. Είσοδος σε πόλη, κατάληψη διοικητικών κέντρων, επιβολή ελέγχου και ταχεία μετάβαση μετά την μάχη, σε στρατιωτική διοίκηση χώρου. Φανερώνει επίσης τη νοοτροπία του, ως Διοικητή, ο οποίος αντιλαμβάνεται τη σημαία και τα σύμβολα του αντιπάλου, ως έκφραση εξουσίας του εχθρού και όχι ως απλή διακόσμηση, άρα πρέπει να καταλυθούν. Τέλος αξίζει να σημειωθεί πως ο Mataxis, για την δράση του στο Ευρωπαϊκό Θέατρο Επιχειρήσεων, εκτός από το Silver Star, την τρίτη τη τάξη, ηθική αμοιβή, του Αμερικανικού Στρατού, έλαβε και το Combat Infantryman Badge (CIB), το οποίο απονέμεται σε κάθε μάχιμο πεζικάριο, ο οποίος εκτέθηκε στα εχθρικά πυρά. Μετά την λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου στην Ευρώπη, αιτήθηκε να μετατεθεί στο Μέτωπο του Ειρηνικού, προκειμένου να πολεμήσει εναντίον των Ιαπώνων. Έχοντας ολοκληρώσει την μετεκπαίδευσή του, βρισκόταν καθ’ οδόν προς τον Ειρηνικό, όταν έπεσαν οι δύο ατομικές βόμβες, στην Χιροσίμα και το Ναγκασάκι, με αποτέλεσμα να τοποθετηθεί και πάλι στην Ευρώπη. Έτσι λοιπόν υπηρέτησε και πάλι στην Γερμανία, παραμένοντας εκεί, με τις στρατιωτικές δυνάμεις κατοχής, μέχρι το 1948.
ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΗΣ ΚΟΡΕΑΣ – ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΠΡΩΤΗΣ ΓΡΑΜΜΗΣ
Μετά τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, πολλοί αξιωματικοί της γενιάς του Θεοδώρου Ματαξή, επέλεξαν να αποστρατευθούν ή να μετακινηθούν σε επιτελικές θέσεις, κουρασμένοι από τα τόσα χρόνια συνεχούς πολέμου. Εκείνος, αντιθέτως, το καλοκαίρι του 1950, όταν η Κορεατική χερσόνησος μετατράπηκε αιφνιδιαστικά σε νέο μέτωπο του Ψυχρού Πολέμου, δεν δίστασε να ζητήσει εθελοντικά, τοποθέτηση σε μάχιμη Μονάδα. Η Κορέα δεν έμοιαζε σε τίποτα με τα Ευρωπαϊκά πεδία μαχών που είχε γνωρίσει. Αντί για δάση και χωριά, το τοπίο χαρακτηριζόταν από ατελείωτες οροσειρές, απότομες πλαγιές, γυμνά υψώματα και στενά περάσματα. Το έδαφος ευνοούσε τον αμυνόμενο και μετέτρεπε κάθε λόφο σε φυσικό οχυρό. Οι επιχειρήσεις συχνά εκφυλίζονταν σε αγώνα για μερικές εκατοντάδες μέτρα γης, με τεράστιο κόστος σε ανθρώπινες ζωές. Ο πόλεμος, ιδιαίτερα μετά το 1951, είχε λάβει χαρακτήρα φθοράς. Χαρακώματα, συρματοπλέγματα, νυχτερινές περιπολίες και επαναλαμβανόμενες επιθέσεις εναντίον των ίδιων στόχων. Για πολλούς βετεράνους θύμιζε περισσότερο τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, παρά τις κινητικές επιχειρήσεις του 1944–45.
Ο Ταγματάρχης Mataxis τοποθετήθηκε στο 17ο Σύνταγμα Πεζικού, της 7ης Μεραρχίας Πεζικού (17th Infantry Regiment, 7th Infantry Division), αρχικά ως Αξιωματικός Επιχειρήσεων και στη συνέχεια ως Διοικητής του 17ου Συντάγματος. Η μετάβαση αυτή σήμαινε ότι πλέον δεν διοικούσε απλώς ένα Τάγμα, αλλά μια δύναμη χιλιάδων ανδρών, με πολλαπλούς Λόχους και Τάγματα, υπό τις διαταγές του. Η ευθύνη του επεκτεινόταν από την άμεση τακτική διοίκηση έως τον συντονισμό πυροβολικού, ανεφοδιασμού, μηχανικού και υγειονομικής υποστήριξης. Παρ’ όλα αυτά, δεν εγκατέλειψε ποτέ την παλαιά του συνήθεια, να επισκέπτεται προσωπικά τις προωθημένες θέσεις. Κατά τη διάρκεια της θητείας του, το Σύνταγμά του συμμετείχε σε μερικές από τις πιο αιματηρές μάχες των τελευταίων φάσεων του πολέμου, στις τοποθεσίες Triangle Hill, T-Bone Hill και Pork Chop Hill. Τα υψώματα αυτά, αν και φαινομενικά ασήμαντα στον χάρτη, αποτελούσαν κρίσιμα παρατηρητήρια και σημεία ελέγχου του πυροβολικού. Η κατοχή τους επέτρεπε εποπτεία των γύρω κοιλάδων και έλεγχο των γραμμών ανεφοδιασμού. Γι’ αυτό και η κάθε πλευρά, τα διεκδικούσε με πείσμα, δυσανάλογο προς το μέγεθός τους.
Στο Triangle Hill, η μορφολογία του εδάφους —τρία διαδοχικά υψώματα που σχημάτιζαν τριγωνική διάταξη— ανάγκαζε τους επιτιθέμενους να προελαύνουν σε εκτεθειμένες πλαγιές, υπό διασταυρούμενα πυρά, πολυβόλων και όλμων. Οι επιθέσεις διεξάγονταν συχνά τη νύχτα, με μικρές ομάδες κρούσης, που προσπαθούσαν να πλησιάσουν αθόρυβα τις εχθρικές θέσεις. Ο Mataxis, αξιοποιώντας την εμπειρία του από τη διάσπαση της Γραμμής Ζίγκφριντ, υιοθέτησε τακτική «αγκίστρωσης και κράτησης», δηλαδή, περιορισμένοι αντικειμενικοί σκοποί, γρήγορη οχύρωση, άμεση ενίσχυση με πυροβολικό. Η σταδιακή αυτή προέλαση μείωνε τις μαζικές απώλειες και διατηρούσε τη συνοχή των Μονάδων.
Η μάχη για το ύψωμα T-Bone Hill, εξελίχθηκε σε αγώνα χαρακωμάτων. Οι αντίπαλες γραμμές, απείχαν συχνά, λιγότερο από 100 μέτρα. Οι όλμοι και τα βαρέα πολυβόλα, σάρωναν συνεχώς το έδαφος, ενώ οι νυχτερινές περιπολίες κατέληγαν σε αιφνιδιαστικές συμπλοκές, σώμα με σώμα. Η διοίκηση τέτοιου είδους πολέμου απαιτούσε συνεχή επαγρύπνηση και γρήγορη αντίδραση. Ο Mataxis επέμενε σε εντατική εκπαίδευση μικρών κλιμακίων, γνωρίζοντας ότι σε τέτοιες αποστάσεις, η πρωτοβουλία του Λοχία ή του Δεκανέα, συχνά καθόριζε την έκβαση της μάχης, περισσότερο από τα σχέδια του Επιτελείου.
Η πιο εμβληματική, ωστόσο, υπήρξε η μάχη για την κατάληψη τού Pork Chop Hill, ένα γυμνό, σχεδόν σεληνιακό ύψωμα, που άλλαξε χέρια επανειλημμένα και έγινε σύμβολο της ματαιότητας αλλά και της επιμονής του πολέμου της Κορέας. Οι επιθέσεις διεξάγονταν υπό σφοδρό βομβαρδισμό πυροβολικού και συνεχείς αντεπιθέσεις. Οι απώλειες ήταν τόσο βαριές ώστε το προσωπικό των Μονάδων, συχνά μειώνονταν στο μισό, μέσα σε λίγες ώρες. Σε αυτές τις συνθήκες, η ψυχραιμία της διοίκησης ήταν κρίσιμη. Μαρτυρίες αναφέρουν ότι ο Mataxis κινούνταν διαρκώς μεταξύ προωθημένων Σταθμών Διοίκησης, διατηρώντας επικοινωνία με τους διοικητές Ταγμάτων και συντονίζοντας την υποστήριξη πυρών. Η παρουσία του στο πεδίο, ενίσχυε το ηθικό των στρατιωτών, όπως ακριβώς είχε συμβεί χρόνια πριν στην Αλσατία.
Για τη συμμετοχή του σε αυτές τις επιχειρήσεις, τιμήθηκε με το δεύτερο Combat Infantryman Badge, μια εξαιρετικά σπάνια διάκριση, που απονεμόταν μόνο σε όσους είχαν υπηρετήσει και πολεμήσει σε δύο ξεχωριστούς πολέμους, υπό τις ίδιες αυστηρές προϋποθέσεις πρώτης γραμμής. Το γεγονός αυτό τον κατέτασσε ήδη σε μια μικρή κατηγορία βετεράνων, με αποδεδειγμένη εμπειρία μάχης, σε δύο διαφορετικά μεγάλα θέατρα επιχειρήσεων. Όταν η ανακωχή του 1953 σταθεροποίησε τελικά το μέτωπο, ο Συνταγματάρχης (ΠΖ) Θεόδωρος Ματαξής, ήταν πλέον ένας από τους πιο έμπειρους αξιωματικούς πεζικού, του Αμερικανικού Στρατού. Αυτή η εμπειρία, αντί να σηματοδοτήσει την κορύφωση της καριέρας του, θα αποτελούσε απλώς το προοίμιο για την επόμενη και ίσως πιο σύνθετη πρόκληση, τον πόλεμο της Νοτιοανατολικής Ασίας.
ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΟΥ ΒΙΕΤΝΑΜ – ΑΝΩΤΕΡΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗ – 101η & 82η ΑΕΡΟΜΕΤΑΦΕΡΟΜΕΝΗ ΜΕΡΑΡΧΙΑ – ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΣΤΟ KONTUM – ΕΠΙΤΕΛΙΚΗ ΣΤΑΔΙΟΔΡΟΜΙΑ
Όταν ο Συνταγματάρχης (ΠΖ) Theodore C. “Ted” Mataxis, εξήλθε από τον Πόλεμο της Κορέας, είχε ήδη πίσω του δύο πλήρεις πολεμικές εκστρατείες πρώτης γραμμής. Για τους περισσότερους αξιωματικούς της γενιάς του, μια τέτοια εμπειρία, οδηγούσε συνήθως σε ασφαλείς επιτελικές θέσεις ή σε σταδιακή αποχώρηση από ενεργή διοίκηση μάχης. Στην περίπτωσή του, όμως, συνέβη το αντίθετο. Η υπηρεσία του μετά την Κορέα, χαρακτηρίστηκε από μια σπάνια ισορροπία, ανάμεσα στην ανώτερη στρατηγική εκπαίδευση και στην επιμονή του να παραμένει επιχειρησιακά παρών. Κατά τη δεκαετία του 1950, υπηρέτησε ως εκπαιδευτής, στη Σχολή Πεζικού του Στρατού των Ηνωμένων Πολιτειών, μεταφέροντας σε νεότερους αξιωματικούς τις εμπειρίες του από την Αλσατία και τα υψώματα της Κορέας. Η διδακτική του προσέγγιση δεν ήταν θεωρητική. Βασιζόταν σε συγκεκριμένα παραδείγματα μάχης, σε λάθη και επιτυχίες, και στην έμφαση ότι «η ηγεσία δοκιμάζεται όταν πέφτουν τα πρώτα πυρά, όχι στην αίθουσα χαρτών». Παράλληλα, ολοκλήρωσε ανώτερες σπουδές στο Army War College, αποκτώντας συστηματική κατάρτιση στον επιχειρησιακό σχεδιασμό, τις διακλαδικές επιχειρήσεις και την στρατηγική ανάλυση.
Η επόμενη τοποθέτησή του, τον έφερε ακόμη πιο κοντά, στο κέντρο λήψης αποφάσεων της Ουάσιγκτον. Υπηρέτησε ως στρατιωτικός βοηθός του Προέδρου των Joint Chiefs of Staff, Στρατηγού Maxwell D. Taylor, θέση εξαιρετικής εμπιστοσύνης, που απαιτούσε καθημερινή επαφή με το ανώτατο στρατιωτικό και πολιτικό επίπεδο. Εκεί γνώρισε από πρώτο χέρι πώς μεταφράζονται οι πολιτικές κατευθύνσεις σε στρατιωτικά σχέδια και πώς οι αποφάσεις ενός γραφείου, μπορούν να επηρεάσουν χιλιάδες ζωές στο πεδίο της μάχης. Ωστόσο, η επιτελική εμπειρία δεν τον απομάκρυνε από την επιθυμία για ενεργό διοίκηση. Όταν η Αμερικανική παρουσία στη Νοτιοανατολική Ασία κλιμακώθηκε, ο Mataxis ζήτησε ρητά να τοποθετηθεί σε μάχιμη μονάδα. Μεταξύ 1964 και 1966 υπηρέτησε στο Βιετνάμ, συνολικά 22 μήνες, αρχικά ως ανώτερος σύμβουλος και στη συνέχεια, σε θέσεις διοίκησης, της 101ης Αερομεταφερόμενης Μεραρχίας. Ειδικά μετά την άφιξη των Αμερικανικών στρατευμάτων, τον Φεβρουάριο του 1966, έγινε Αναπληρωτής Διοικητής της 1ης Ταξιαρχίας, της 101ης Αερομεταφερόμενης Μεραρχίας.
Το Βιετνάμ ήταν ένας πόλεμος ριζικά διαφορετικός από όσους είχε γνωρίσει. Δεν υπήρχαν σαφείς γραμμές μετώπου, ούτε συνεχόμενες αμυντικές τοποθεσίες. Ο αντίπαλος εμφανιζόταν, χτυπούσε και εξαφανιζόταν μέσα στη ζούγκλα. Το έδαφος —πυκνή βλάστηση, ορεινοί όγκοι, χωριά διάσπαρτα— περιόριζε την ορατότητα και καθιστούσε την αναγνώριση συχνά σημαντικότερη από την αριθμητική υπεροχή. Ο πόλεμος ήταν αεροκίνητος καθώς γινόταν πλέον με ελικόπτερα, γρήγορες μεταφορές, σύντομες αλλά έντονες συγκρούσεις. Παρά τον βαθμό του, ο Mataxis δεν περιορίστηκε στο να παραμένει, σε στατικά στρατηγεία. Οι μαρτυρίες υφισταμένων και δημοσιογράφων, συμφωνούν ότι επισκεπτόταν συστηματικά τις προωθημένες βάσεις, περπατούσε στις περιμέτρους και μιλούσε προσωπικά με τους Διοικητές των Λόχων. Για εκείνον, η διοίκηση από απόσταση ήταν ανεπαρκής. Όπως έλεγε ο ίδιος, «ήθελε να βλέπει τη σκόνη και να ακούει τα πυρά». Μία από τις πλέον χαρακτηριστικές σκηνές καταγράφηκε σε ανταπόκριση εφημερίδας, τον Ιανουάριο του 1966, κατά τη διάρκεια τετραήμερων επιχειρήσεων, στην επαρχία Kontum, 300 μίλια βόρεια της Saigon. Εκεί, Αμερικανικές δυνάμεις προσπαθούσαν να εκκαθαρίσουν οχυρωμένες θέσεις των ανταρτών Βιετκόνγκ, σε δασωμένα υψώματα. Ο Mataxis δείχνοντας προς τις κορυφές, απευθύνθηκε στους επιτελείς του, με λόγια που διασώθηκαν αυτούσια:
«Θα σφυροκοπήσουμε την περιοχή με ό,τι διαθέτουμε, με κάθε μέσο που έχουμε. Σας το λέω ξεκάθαρα, θα πάρουμε αυτά τα υψώματα».
Λίγες ώρες αργότερα, το πυροβολικό, τα ελικόπτερα και η τακτική αεροπορία, έπληξαν μαζικά τους στόχους, πριν οι αερομεταφερόμενες μονάδες κινηθούν για εκκαθάριση. Η εικόνα του Mataxis να συντονίζει πυρά και κινήσεις, μέσα σε καπνό και σκόνη, έμοιαζε περισσότερο με διοικητή Τάγματος παρά με ανώτερο Στρατηγό. Για πολλούς νεότερους αξιωματικούς αποτέλεσε ζωντανό παράδειγμα, δείχνοντας ότι ο βαθμός δεν πρέπει να δημιουργεί απόσταση από τον κίνδυνο. Μετά την 101η, υπηρέτησε και σε ανώτερη διοικητική θέση στην 82η Αερομεταφερόμενη Μεραρχία, συμβάλλοντας στην εκπαίδευση και επιχειρησιακή ετοιμότητα, ενός από τους πλέον επίλεκτους σχηματισμούς του Αμερικανικού Στρατού. Η εμπειρία τριών πολέμων του προσέδιδε μοναδικό κύρος. Οι νεότεροι διοικητές τον αντιμετώπιζαν όχι ως θεωρητικό, αλλά ως άνθρωπο που είχε ζήσει κάθε μορφή μάχης, από τα χαρακώματα της Ευρώπης, έως τον ανταρτοπόλεμο της ζούγκλας. Για τη συμμετοχή του σε άμεση μάχη στο Βιετνάμ, έλαβε το τρίτο Combat Infantryman Badge (CIB), διάκριση εξαιρετικά σπάνια στην ιστορία του Αμερικανικού Στρατού, που επιβεβαίωνε ότι είχε βρεθεί στην πρώτη γραμμή, σε τρεις διαφορετικούς πολέμους και σε τρεις διαφορετικές δεκαετίες. Μόνο 325 Αμερικανοί στρατιωτικοί έχουν λάβει τρεις φορές την συγκεκριμένη διάκριση. Μαζί με το Legion of Merit, το Silver Star, τo Bronze Star, τo Purple Heart, το Distinguished Flying Cross, το Air Medal και πλήθος άλλων Αμερικανικών και Νότιο-Βιετναμέζικων διακρίσεων, τα μετάλλια αυτά, δεν αποτελούσαν απλώς στρατιωτικές τιμές, αλλά χαρτογράφηση μιας ζωής, συνεχούς παρουσίας, στο πεδίο της μάχης. Στο τέλος της θητείας του στο Βιετνάμ, ο Mataxis δεν είχε μετατραπεί σε «επιτελικό γραφειοκράτη». Παρέμενε αυτό που ήταν από την πρώτη ημέρα που ανέλαβε διοίκηση, ένας αξιωματικός πεζικού, που πίστευε ότι η ευθύνη του διοικητή είναι να στέκεται όσο πιο κοντά γίνεται στους άνδρες του.
ΣΙΓΚΑΠΟΥΡΗ, ΚΑΜΠΟΤΖΗ, ΑΦΓΑΝΙΣΤΑΝ – ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΧΡΟΝΙΑ – ΜΝΗΜΗ ΚΑΙ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ
Ακολούθησε η εμπλοκή του σε αποστολές στη Νοτιοανατολική Ασία και ειδικότερα στην Καμπότζη, όπου εργάστηκε ως επικεφαλής ομάδων παράδοσης και οργάνωσης στρατιωτικού εξοπλισμού σε φίλιες δυνάμεις. Οι αποστολές αυτές συνδύαζαν υλικοτεχνική υποστήριξη, επιχειρησιακό σχεδιασμό και πολιτική ευαισθησία. Σε περιοχές όπου τα σύνορα μεταξύ συμβατικού πολέμου και ανταρτοπολέμου ήταν ασαφή, ο ρόλος του συμβούλου απαιτούσε ευελιξία και ρεαλισμό. Η εμπειρία του από το Βιετνάμ αποδείχθηκε ανεκτίμητη, καθώς κατανοούσε βαθιά τις παγίδες της επιβολής «ξένων» μοντέλων, χωρίς προσαρμογή στις τοπικές συνθήκες. Αποστρατεύτηκε από τον Αμερικανικό Στρατό το 1972, την περίοδο που υπηρετούσε στην Καμπότζη. Δεν έχασε όμως ούτε στιγμή. Συνέχισε τις σπουδές του στον ανταρτοπόλεμο και υπηρέτησε ως Υπουργός Άμυνας της Σιγκαπούρης από το 1972 έως το 1975, βοηθώντας στην οικοδόμηση του στρατού της Σιγκαπούρης. Από το 1975 έως το 1978 βοήθησε στην ενίσχυση της αντικομουνιστικής αντίστασης, εναντίον των Ερυθρών Χμερ, στην Καμπότζη. Κατόπιν, από το 1975 έως το 1983 υπηρέτησε ως Διοικητής των Αξιωματικών Δοκίμων της περίφημης Στρατιωτικής Ακαδημίας Valley Forge. Στο πρόσωπό του, οι σπουδαστές δεν έβλεπαν απλώς έναν απόστρατο στρατηγό, έβλεπαν έναν άνθρωπο που είχε βρεθεί επανειλημμένα στο πεδίο της μάχης και μιλούσε από εμπειρία, όχι από θεωρία. Η γνωριμία του με τον Ρόναλντ Ρέιγκαν, τον 40ο Πρόεδρο των ΗΠΑ, την περίοδο 1981-1989, κατά την επίσκεψη του τελευταίου στην εν λόγω Σχολή, σηματοδότησε την μεταγενέστερη δραστηριότητά του στο Αφγανιστάν, κατά τη δεκαετία του 1980, στη διάρκεια της Σοβιετικής εισβολής.
Σε μια ηλικία όπου οι περισσότεροι απόστρατοι περιορίζονται σε αναμνήσεις, ο Mataxis βρέθηκε ξανά κοντά σε ενεργές ζώνες συγκρούσεων. Αυτή τη φορά στο Αφγανιστάν, ως σύμβουλος των δυνάμεων αντίστασης των ανταρτών Μουτζαχεντίν, οι οποίοι μάχονταν εναντίον των Σοβιετικών δυνάμεων εισβολής. Η αποστολή του συνδεόταν με την εκπαίδευση, τον συντονισμό και τη μεταφορά τεχνογνωσίας σε αντάρτικες ομάδες, που μάχονταν έναν τεχνολογικά ανώτερο αντίπαλο. Η εικόνα ενός βετεράνου τριών πολέμων, να δρα σε ορεινές περιοχές της Κεντρικής Ασίας, δεκαετίες μετά την πρώτη του μάχη στην Ευρώπη, αποτυπώνει με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο, την ακούραστη αίσθηση καθήκοντος που τον διέκρινε. Ο Mataxis είχε διοριστεί ως «Διευθυντής Πεδίου» της «Επιτροπής για ένα Ελεύθερο Αφγανιστάν». Εκεί, βοήθησε στη βελτίωση των τακτικών και των τεχνικών, καθώς και στην υλικοτεχνική υποστήριξη, υπολογίζοντας τον αριθμό των μουλαριών που απαιτούνταν για τη μεταφορά πυρομαχικών και όπλων και την απομάκρυνση των σοβαρά τραυματιών τους. Επίσης εισηγήθηκε και πέτυχε, τον εξοπλισμό των ανταρτών Μουτζαχεντίν, με φορητούς αντιαεροπορικούς εκτοξευτές πυραύλων Stinger, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν εναντίον των βαριά θωρακισμένων Σοβιετικών ελικοπτέρων Mi-24 Hind και των αεριωθούμενων αεροσκαφών, που συμμετείχαν σε βομβαρδισμούς. Μέχρι τότε, οι Σοβιετικοί κυριαρχούσαν στον εναέριο χώρο του Αφγανιστάν. Από την στιγμή όμως που οι Μουτζαχεντίν παρέλαβαν τους Stingers, περισσότερα από 200 σοβιετικά αεροσκάφη και ελικόπτερα καταρρίφθηκαν, γεγονός που συνέβαλε σε μεγάλο βαθμό, στην αποχώρηση των Ρώσων από το Αφγανιστάν. Ο Theodore C. “Ted” Mataxis ήταν γνωστός στους Μουτζαχεντίν ως «ο γηραιός Αμερικανός Στρατηγός που μας έφερε τους Stinger».
Για την οικογένεια του και την Ελληνο/Αμερικανική διασπορά, η ζωή του συμβόλιζε κάτι ευρύτερο. Ήταν η επιβεβαίωση ότι τα παιδιά των μεταναστών, μπορούσαν να φτάσουν στις υψηλότερες βαθμίδες ευθύνης, διατηρώντας ταυτόχρονα ζωντανή την κληρονομιά τους. Ο Mataxis συχνά παρουσιαζόταν ως αντιπροσωπευτικό παράδειγμα της «διπλής ταυτότητας», δηλαδή Έλληνας στην καταγωγή και Αμερικανός στην υπηρεσία, πιστός και στις δύο παραδόσεις τιμής και καθήκοντος. Ήταν παντρεμένος με την αγαπημένη του Helma Mataxis, επί 65 χρόνια, από το 1941 μέχρι το 2006, μέχρι που τους χώρισε ο θάνατος. Μαζί είχαν αποκτήσει τρία παιδιά την Shirley, τον Ted και τον Kaye, οχτώ εγγόνια και δέκα δισέγγονα. Ο γιος του, Theodore C. Mataxis Jr., υπήρξε και αυτός αξιωματικός των Ειδικών Δυνάμεων του Αμερικανικού Στρατού, με πολυετή υπηρεσία σε καίριες θέσεις, τιμημένος επίσης με πληθώρα παρασήμων. Είναι ο συγγραφέας του βιβλίου "Ride to the Sound of the Guns" (σ.σ. «Περπατώντας Υπό Τον Ήχο Των Κανονιών», ημερομηνία έκδοσης 15 Αυγούστου 2025), στο οποίο καταγράφει την στρατιωτική καριέρα τού πατέρα του, στον Β΄ΠΠ, στην Κορέα, στο Βιετνάμ και στο Αφγανιστάν.
Ο Ταξίαρχος (ΠΖ) Theodore C. “Ted” Mataxis Sr., απεβίωσε στις 8 Μαρτίου 2006, σε ηλικία 88 ετών. Η ταφή του πραγματοποιήθηκε στο Sandhills State Veterans Cemetery, κοντά στο Fort Bragg της Βόρειας Καρολίνας, έναν τόπο συνδεδεμένο με τις αερομεταφερόμενες και επίλεκτες Μονάδες του Αμερικανικού Στρατού, μια συμβολική τελευταία κατοικία, για έναν αξιωματικό που είχε υπηρετήσει επανειλημμένα στις γραμμές τους. Η τελετή δεν ήταν απλώς ένας τιμητικός αποχαιρετισμός. Ήταν η αναγνώριση μιας ολόκληρης εποχής στρατιωτικής ιστορίας, που έσβηνε μαζί του.
ΠΗΓΕΣ
ΒΙΒΛΙΟ: "Ride to the Sound of the Guns", The Life of a Cold War Warrior, Brig. Gen. (Ret.) Theodore C. Mataxis. Authors: LTC (Ret) Ted Mataxis Jr, H.R. McMaster
ΔΙΕΥΘΥΝΣΕΙΣ ΣΤΟ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ:
https://www.thepilot.com/news/france-fetes-local-family-for-its-wwii-freedom/article_4a83027a-fe7f-11ef-936e-fb8ce89aeb37.html
https://www.trailblazersww2.org/history_nordwind_mataxis.htm
https://www.legacyofduty.com/
https://www.legacyofduty.com/family.html
https://www.youtube.com/watch?v=_qhGHwJKwFE