26/06/2026
"Οι ελπίδες της μνήμης"
Kείμενο με θέμα:
«Salvador Dalí, Η εμμονή της μνήμης (1931)»
το οποίο γράφτηκε στο πλαίσιο του επιμορφωτικού προγράμματος «Η Δημιουργική Γραφή στην Πρωτοβάθμια και τη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση» της Επιστημονικής Ένωσης για την Προώθηση της Εκπαιδευτικής Καινοτομίας με επιμορφώτρια την κα Τσάτσου-Νικολούλη Σοφία.
-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-
Δε θυμάμαι πώς βρέθηκα εκεί, αν ήταν όνειρο ή αλήθεια. Στο βάθος αντίκρισα τη θάλασσα. Το κύμα της έσκαγε απαλά στην αμμουδιά χωρίς να δροσίζει.
Προσπάθησα να περπατήσω, αλλά τα πόδια μου βούλιαξαν στην καυτή άμμο. Ισορρόπησα στον κορμό ενός δέντρου που έγειρε τα γυμνά κλαδιά του προς το μέρος μου, σαν να ήθελε να παραπονεθεί για την αφόρητη ζέστη.
Η απόλυτη σιωπή που απλωνόταν μέχρι τότε, έσπασε σε πολλούς συνεχόμενους ήχους «σσσσςςςς», από κάποια ρολόγια που καθώς έλιωναν, σκορπίζοντας τη μυρωδιά των λιωμένων υλικών τους, έχαναν ταυτόχρονα εκείνη την αγέρωχη μορφή των φρουρών του χρόνου. Ανάμεσα στους ήχους
ξεχώρισα ένα βογγητό. Ερχόταν από ένα πλάσμα ξαπλωμένο στην άμμο που έδειχνε να πονά, ενώ ένα αλλόκοτα λιωμένο ρολόι τού τύλιγε τη μέση.
Πλησίασα μήπως μπορέσω να βοηθήσω. Το ρολόι, ξαπλωμένο πάνω στο σώμα του πλάσματος, με καθησύχασε: «Μη φοβάσαι! Είμαι εδώ για να τον βοηθήσω. Αυτός που βλέπεις είναι ο άρχοντας της θάλασσας. Ξεβράστηκε απόψε απ’ τα κύματά της. Η ίδια η θάλασσα το έκανε για να τον σώσει από τα νερά της που έβραζαν…» Καθώς με έβλεπε να μένω άφωνη απ’ όσα έλεγε, συνέχισε:
«Κάποτε η θάλασσα του χάριζε τη δροσιά και την αύρα της και εκείνος κολυμπούσε στα νερά της, απολαμβάνοντας την ομορφιά της. Έπαιζε παρέα με τα πλάσματα που ζούσαν στον βυθό της και πάντα νοιάζονταν γι’ αυτά. Κι εκείνα τον αγαπούσαν τον άρχοντα της θάλασσας, τον φρόντιζαν και χαίρονταν τα παιχνίδια μαζί του, αλλά κι όλοι μαζί, ο άρχοντας και τα πλάσματα της θάλασσας φρόντιζαν και αγαπούσαν τη θάλασσά τους, που τους δέχονταν στην αγκαλιά της. Της έλεγαν τραγούδια, έπαιζαν με τα κύματά της, κι αν έβρισκαν σκουπίδια τα απομάκρυναν στη στεριά με τη βοήθεια των ψαράδων.
Έτσι η θάλασσα, πεντακάθαρη συνέχιζε να μοιράζεται μαζί τους τις ομορφιές της».
Τότε δεν άντεξα άλλο και ρώτησα το παράξενο ρολόι: «Γιατί χάθηκε όλη αυτή η ομορφιά της θάλασσας; Τι έγινε; Και εσύ πώς βοηθάς τον άρχοντα της θάλασσας, ένα ρολόι, έτσι ξαπλωμένο πάνω του;»
«Μάλλον έχεις καιρό να βρεθείς κοντά στη θάλασσα» μου απάντησε και συνέχισε: «Τα τελευταία χρόνια οι άνθρωποι δε νοιάζονται γι’ αυτή, αντίθετα την καταστρέφουν. Την έχουν γεμίσει με πολλά σκουπίδια και δε βοηθούν στο μάζεμά τους, όπως παλιά… Μάλιστα μερικοί ψαράδες απλώνουν τα δίχτυα τους, χωρίς να σέβονται τα μικρά ψάρια και έτσι σιγά-σιγά αρκετά πλάσματά της εξαφανίζονται. Και ακόμη χειρότερα δημιουργούν μεγάλες εγκαταστάσεις, απλώνοντας σωλήνες στα ίδια τα σωθικά του βυθού της. Μολύνουν και τα ποτάμια της γης, που κάποτε την ανανέωναν με το γάργαρο νερό τους.
Η θάλασσα πονά, έχασε τη δύναμή της…».
Και συνέχισε: «Και να σου πω πώς βοηθάω ξαπλωμένο πάνω του; Του αφηγούμαι αληθινές ιστορίες για τη δροσερή θάλασσα, για παγωμένα νερά ποταμών που κυλάνε στα σωθικά της, για τα πλάσματά της που παίζουν με εκείνον, τον άρχοντα της θάλασσας…».
Δεν ήξερα αν ήταν όνειρο ή αλήθεια. Μου φάνηκε ότι το πλάσμα, ο άρχοντας της θάλασσας χαμογέλασε, ψιθυρίζοντας στο αυτί του ρολογιού: «Εύχομαι τα ταξίδια της μνήμης που μου χάρισες, εσύ φύλακα του χρόνου, να γίνουν πάλι αληθινά!».
(Βάσω Πλιάτσικα)