20/04/2026
Ευχαριστούμε γι αυτό το σαββατιάτικο απόγευμα
Ευχαριστώ .raftopoulou για τη δυναμική σου παρουσία και την ενέργεια σου.
Γράψατε ( τέτοιες είμαστε)
Κλάψατε , θυμηθήκατε, μοιραστήκατε, μας συγκινήσατε
Εις το επανιδείν 🫠
Η Χριστίνα εναποθέτει συνειδητά, στο παιδικό μας εαυτό
όντας ενήλικες. Διαβάζοντας το βιβλίο θα θυμηθούμε, θα
επαναπροσδιοριστούμε βάζοντας σε μια χρωματιστή πολυθρόνα τη παιδική
μας ψυχή, χαϊδεύοντας τα μαλλιά της με τρυφερότητα. Η τρυφερότητα στο
τραύμα, σε αυτά που τροφοδοτούμαστε ως παιδιά και αργότερα ως ενήλικες
και φυσικά απορρίπτουμε ίσως δεν απορρίπτουμε, ενεργοποιεί το
ρήγμα ανάμεσα σε εμάς και στους άλλους, που στη πορεία μπορεί και να
θεραπεύσουμε ή και όχι .
Ένας τίτλος συμβολικός και ταυτόχρονα προστατευτικός και αινιγματικός ,
μια «λύκαινα» τρυφερή και σκληρή , όπως οι γυναίκες που υπήρξαν τροφοί
για εμάς. Το αφηγηματικό πρόσωπο της λύκαινας είναι παρόν σε όλο το
βιβλίο. Είναι οι γυναίκες που μας προστάτεψαν μέσα από προσευχές, αγίους
και τη φράση «έχει ο θεός» κάνοντας απλά το σταυρό τους μπροστά σε ένα
εικόνισμα . Η σχέση γιαγιάς και εγγονής δημιουργεί ένα άγγιγμα
ευθραυστότητας ανάμεσα στις δυο, που τελικά αφήνει ερωτηματικό στο τέλος
αν τελικά η μικρή Εκάτη μεταμορφώνεται στο ίδιο πρόσωπο, που αγαπάει και
φοβάται ταυτόχρονα.
Η μικρή λύκαινα πήγε στο παράθυρο και ρώτησε το κοριτσάκι ποια είναι και
τι θέλει.
Η μικρή λύκαινα, που μεγάλωσε και έγινε η κόρη, η μαμά, η αδελφή, η
σύντροφος, η φίλη, η εγγονή, ή η γυναίκα που βαθιά επιθυμούσε να γίνει.
Και αν οι γυναίκες της ζωής μας είναι λύκαινες, που ζούσαν και προστάτευαν
με υπομονή, προσμονή, εγκαρτέρηση και αγάπη η δική μας γενιά που
στέκεται σε αυτό;
Η Χριστίνα φέρνει την ανάμνηση και υπενθυμίζει τη παιδικότητά μας , το ταξίδι
των γιαγιάδων μας που με περισσή αυθεντικότητα και αθωότητα μας
μεγάλωσαν χωρίς να τους πει κανείς πως να το κάνουν. Άραγε αυτές οι
λύκαινες υπήρξαν ποτέ παιδιά η μεγάλωσαν απότομα;
Πρόλαβαν να δουν στις μαξιλαροθήκες τους χάρτες τους;
Φόρεσαν βραχιόλια φυλαχτά;
Σίγουρα δοκίμασαν φέτα ψωμί με βούτυρο και ζάχαρη.
Και πότισαν το περίεργο λουλούδι στο περβάζι του παραθύρου τους, αυτό
που τους χάρισε ο πρώτος τους έρωτας.