29/09/2022
Πρόγραμμα Καταγραφών Μύθων και Θρύλων της Επαρχίας Μαλεβιζίου υπό την αιγίδα του Δήμου Μαλεβιζίου.
Ξανά στο δρόμο. Η φθινοπωρινή «σοδειά» ξεκίνησε στην Αχλάδα, με καφέ ελληνικό, παγωμένη ρακή, κεράσματα από τον κήπο και με ιστορίες ανάμεσα στο όνειρο του μύθου και την πραγματικότητα. Δύο ιστορίες λέμε να τις μοιραστούμε μαζί σας.
Ο παπά-Νικόλας και ο Παπανικολής.
Τη δεκαετία του '30 και αρχές του '40 που «εντάκαρε κι ο πόλεμος τση Κατοχής», μας είπε ο Μανώλης Κληρονόμος, είχε η Αχλάδα τον παπά-Νικόλα το Σταματάκη, που 'τανε κληρικός αλλά «και χωρικός, για να βγάλει τον άρτο τον επιούσιο, επήγαινε και στο ψάρι, όπως πηγαίνανε όλοι.» Κάποτε, μες στην Κατοχή κι ενώ ψάρευε σ' έναν ψαρότοπο, βλέπει ένα αεροπλάνο να πέφτει μπρος του στη θάλασσα κι αμέσως βούτηξε να βγάλει τους πιλότους. Τους έσωσε, τους έφερε στο χωριό, τους παραστήκανε οι χωριανοί, πράμα δεν επάθανε. «Εφύγανε οι Γερμανοί, του 'πανε «ευχαριστώ», επήγανε στη Γερμανία, την πατρίδα ντως, το 'πανε προφανώς σε ανώτερους αξιωματικούς, κι αυτοί από επαφή σε επαφή, ήρθανε με τον ίδιο το Χίτλερ τότεσας σε επαφή κι έμαθε την ιστορία αυτή, κι έβγαλε ο Χίτλερ ένα φιρμάνι, ένα χαρτί, το οποίο έλεγε ότι τον παπά και το χωριό του να μην το πειράξει η Γερμανική Κατοχή. Λοιπόν, τότεσας που ετελείωνε ο πόλεμος, που εκαίγανε για να φύγουνε όλα τα χωριά σχεδόν, τα πλια πολλά, ήρθε κι η ώρα τση Αχλάδας να καεί. Είχανε λοιπόν γυρίσει όλο το χωριό, έτοιμοι να μπουνε να το κάψουνε να το λεηλατήσουνε, να 'χει κι αυτό την τύχη που είχανε όλα τα χωριά που επεράσανε. Τότεσας εμφανίστηκε ο παπάς μ' εκείνο το χαρτί στα χέρια, πάει και το δείχνει του αξιωματικού, τση περίπολους, τση ομάδας που 'χε έρθει επαέ χάμου, και τσι μαζώνει και φεύγει. Χάρη, λοιπόν, σ΄ αυτό τον άνθρωπο εσώθηκε τούτο το χωριό απ' το καψάλι των Γερμανών. Τούτηνε την ιστορία τηνε γροικώ από κοπέλι, ισχύει, είναι αλήθεια κατά ένα μεγάλο μεγάλο ποσοστό, ίσως να'χει αλλάξει με τα χρόνια, αλλά η ουσία παραμένει και είναι η ίδια.»
Κι απ' τον παπά-Νικόλα στον Παπανικολή. Στην Κατοχή μέσα, μας αφηγείται ο Γιάννης Σταματάκης, σε μια περιοχή νοτικά που είχανε ξινόδεντρα, μανταρινιές, έστεκε ο πατέρας του, 16 χρονών τότε, παρέα με τον παππού του. Κείνη την ώρα, περνά ένα καράβι που κατέβαινε για το Ηράκλειο για ανεφοδιασμό του Γερμανικού στρατού. Μια στιγμή λέει ο παππούς του «α ρε Παπανικολή και πού είσαι!» - επίκληση στο μεγάλο υποβρύχιο Παπανικολής. «Δεν προλαβαίνει, μου λέει, να το πει και τρώει την τορπίλα στη μέση - το είδανε το σκηνικό με τα μάθια τους και μου το αφηγήθηκε ο πατέρας μου. Σε μισή ώρα βυθίστηκε. Αρχινάνε τα αεροπλάνα και ρίχνουνε - περιμετρικά, για να μη χτυπήσουνε προφανώς και καποιους που είχανε πέσει στη θάλασσα - αρχινάνε και ρίχνουνε βομβες, πυροβολούσανε. Βόμβες τ' αεροπλάνα, τα αερόστατα είχανε πολυβόλα επάνω. Αλλά πού να τονε πιάσουνε τον Παπανικολή, άφαντος!».
Δυο ιστορίες αληθινές, σαν παρ' ολίγον παραμύθι. Δυο ιστορίες θαλασσινές, σημαδεμένες κι οι δυο από ένα όνομα που με τη θάλασσα τόσο έχει συνδεθεί στη λαϊκή παράδοση, δυο ιστορίες ηρωϊσμού που αγγίζει το μύθο, η κάθεμιά από τη δική της μεριά. Και μια μαντινάδα από το Γιάννη Σταματάκη:
«Η λεβεντιά κι η ανθρωπιά έχει περίσσα χάρη
χαρά σ' εκείνον που μπορεί κι από τις δυο να πάρει».