12/11/2020
Ο τύραννος Δράκων ήταν ο πρώτος που κατέγραψε τους νόμους στην αρχαία Αθήνα με εντολή των Αθηναίων το 621 π.Χ. Οι νόμοι αυτοί ήταν πολύ αυστηροί και από τότε η έκφραση "Δρακόντειοι νόμοι" είναι συνώνυμη με τους ιδιαίτερα αμείλικτους νόμους. Μάλιστα ο Αθηναίος ρήτορας Δημάδης είπε ότι γράφτηκαν με αίμα και όχι με μελάνι. Ο Πλούταρχος παρατηρεί ότι οι νόμοι του Δράκοντος ήταν υπερβολικά αυστηροί και οι ποινές εξοντωτικές – «δια την χαλεπότητα και το μέγεθος των επιτιμίων». Όριζαν μια ποινή για όλα τα αδικήματα, θάνατο, με αποτέλεσμα να εκτελείται κάποιος που καταδικάστηκε επειδή έκλεψε λάχανα ή ένα φρούτο, ακριβώς όπως ο φονιάς ή ο ιερόσυλος.
Αλλά και στην κλασική εποχή οι ποινές ήταν ανελέητες. Ίσχυε η θανατική καταδίκη για αδικήματα που σήμερα θεωρούνται δευτερεύοντα. Οι αισχροκερδείς λ.χ., οι λωποδύτες (κλέφτες ενδυμάτων) και οι τοιχωρύχοι (διαρρήκτες) χαρακτηρίζονταν κακούργοι και καταδικάζονταν σε θάνατο. Ήταν τόσο συχνή η επιβολή της θανατικής ποινής, ακόμα και για ασήμαντα αδικήματα, που προκάλεσε τα επικριτικά σχόλια του Θουκυδίδη. Κεφαλική ποινή περίμενε όποιον έκλεβε και το ευτελέστερο αντικείμενο στα κυριότερα γυμναστήρια της Αθήνας (Λύκειο, Ακαδημία και Κυνοσαργους), όπως «ιμάτιον ή λήκυθον ή άλλο τι φαυλότατον». Η ίδια ποινή και για όσους έκλεβαν αντικείμενα αξίας πάνω από 10 δραχμές.
Γνωρίζουμε ότι στην Αθήνα των κλασικών χρόνων οι κατάδικοι θανατώνονταν με κώνειο, κατακρήμνιση, κατάλευση και αποτυμπανισμό. Η πρώτη μέθοδος προορίζονταν για τους θανατοποινίτες ελεύθερους πολίτες και χάριζε ανώδυνο θάνατο (βλ. Σωκράτης). Η δεύτερη μέθοδος η κατακρήμνιση σε βάραθρο ή σε όρυγμα, ήταν η αρχαιότερη μέθοδος θανάτωσης, για την οποία όμως δεν έχουμε πολλές διαθέσιμες πληροφορίες. Ο κατάδικος ριπτόταν ζωντανός σε βάραθρο. Τρίτη μέθοδος βασανιστικών εκτελέσεων στην αρχαία Ελλάδα ήταν η «κατάλευσις» ή το «κατάλευσμα», η συντριβή δηλαδή της κεφαλής με λιθοβολισμό. Τέλος η τετάρτη μέθοδος ήταν ο μυστηριώδης αποτυμπανισμός. Βασανισμός άγριος και θάνατος αποτρόπαιος. Η εκτέλεση του κατάδικου γίνονταν με το «τύμπανον», που κατά την αρχαιότητα σήμαινε μουσικό όργανο ή το ξύλο με το οποίο κρούεται, καθώς και το ρόπαλο που χρησιμοποιούσαν για την εκτέλεση του κατάδικου. Τυμπανίζω: δέρνω αγρίως. Αποτυμπανίζω: ξυλοκοπώ μέχρι θανάτου. Το ότι αποτυμπανίζω σημαίνει θανατώνω και αποτυμπανισμός εκτέλεση δεν υπάρχει αμφιβολία. Ο Λυσίας στο λόγο του «Κατά Αγοράτου ενδείξεως» είναι σαφής:«Σεις αφού τον δικάσατε, τον καταδικάσατε σε θάνατον, τον παραδοσατε στο δήμιο και αποτυμπανίσθηκε». Αλλά δεν αποτελούσε απλή εκτέλεση ο αποτυμπανισμός. Ήταν βασανιστική θανάτωση. Το εξηγεί ένας αρχαίος λεξικογράφος.«Αποτυμπανισαι; Ουχ απλώς αποκτείναι αλλά τυμπάνοις αποκτείναι». Και τι ήταν ακριβώς το θανατηφόρο «τύμπανον»; Η ερμηνεία του λεξικογράφου δεν φαίνεται διαφωτιστική αλλά είναι η μοναδική που υπάρχει από αρχαίες πήγες.«Τύμπανον δε εστί ξύλον ώσπερ σκύταλον». Η λέξη σκύταλο σημαίνει ρόπαλο, μαγκούρα. Αλλά ο λεξικογράφος σημειώνει «ώσπερ σκύταλον», σαν ρόπαλο, ήταν επομένως κάτι διαφορετικό σε σχήμα και σε μέγεθος. Το πρόβλημα ωστόσο παραμένει. Πώς ακριβώς γίνονταν ο αποτυμπανισμός; Αναφέρονται δυο εκδοχές. Η πρώτη «επί του τυμπάνου», η δεύτερη με το τύμπανον. Πολλές οι σχετικές μνείες αλλά ελλιπείς και συχνά αντιφατικές. Τρεις υποθέσεις έχουν διατυπωθεί: 1) Ο κατάδικος θανατωνόταν δεμένος ή καθισμένος στο τύμπανον, όργανο ξύλινο. 2) Η εκτέλεση γινόταν με πλήγματα τυμπάνου, δηλαδή με ρόπαλο. 3) Ο κατάδικος προσδένονταν στο τύμπανον κι αφήνονταν εκεί σε αργό θάνατο.
Την τελευταία άποψη υποστήριξε με πειστική επιχειρηματολογία το 1923 ο Αντώνης Κεραμόπουλλος, ο τότε έφορος Αττικής, ύστερα από την αποκάλυψη στο Παλαιό Φάληρο ενός πολυανδριου, ομαδικού τάφου δηλαδή, με 17 ή 18 σκελετούς δεμένους πάνω σε σανίδες με μεταλλικές πέδες. Τα οστά των ποδιών δυο νεκρών κι ένα κρανίο βρεθήκαν συντριμμένα. Κατά τον Κεραμόπουλλο ήταν κακούργοι, ίσως πειρατές, που δεν θανατώθηκαν με ρόπαλα αλλά αφέθηκαν προσηλωμένοι «επί το τύμπανον» να ξεψυχήσουν από μαρτυρική κακοπάθεια. Ο ανασκαφέας παρ’ολο που αναγνώρισε τον τρόπο εκτέλεσης της θανατικής ποινής, δεν πίστεψε ή δεν ήθελε να πιστέψει ότι αυτή εφαρμόστηκε σε Αθηναίους πολίτες αλλά σε «πειρατές».
Αυτό το τέλος επιφυλασσόταν σε όσους καταδικάζονταν για ιεροσυλία, προδοσία, και διάφορα άλλα βαριά εγκλήματα όπως η ανθρωποκτονία και ο ανδραποδισμός. Σε αποτυμπανισμό καταδικάζονταν όχι μόνο δούλοι αλλά και ελεύθεροι πολίτες. Ο αποτυμπανισμός ακολουθούσε την εξής διαδικασία. Οι Ένδεκα «επιμεληταί των κακούργων» - κληρωτοί άρχοντες αρμόδιοι για την εκτέλεση των ποινών – παρέδιδαν τον μελλοθάνατο, περνώντας τον από τη «χαρώνειο» θύρα στο δήμιο που κατοικούσε έξω από τα τείχη της πόλης στο ανδροκτονείον. Ο δήμιος και οι βοηθοί αφού βασάνιζαν τον κατάδικο με ποικίλους τρόπους (μαστίγωση, ραβδισμό κ. α.), τον γύμνωναν και τον ξάπλωναν ύπτιο σε μια χοντρή σανίδα. Έπειτα έπαιρναν σιδεροκαρφια με δυο σκέλη – κυκλοτερή με δυο αιχμές – και ανάλογο μέγεθος και τα στερέωναν, καρφώνοντας τα γύρω από το λαιμό, τους καρπούς των χεριών και τα σφυρά. Χρησιμοποιούσαν δηλαδή πέντε διπλοκαρφια-χαλκάδες για τη σταθερή πρόσδεση των μελών και του λαιμού και την ακινητοποίηση του σώματος. Ανασήκωναν ύστερα τη σανίδα με το μελλοθάνατο και την έμπηγαν στη γη στήνοντας τη κατακόρυφα. Ο αποτυμπανισμένος κρεμόταν στην όρθια σανίδα και το βάρος έπεφτε σε πέντε σημεία – κάτω από το σαγόνι, στις ωλένες και στις κνήμες που συμπιέζονταν επώδυνα. Από την πίεση στα σημεία που πληγώνονταν εξαιτίας του βάρους βασανίζονταν φριχτά, ένιωθε πνιγμονή, οιδήματα γίνονταν στα σιδερωμένα άκρα και μεγάλωναν οι πόνοι, η κυκλοφορία σταματούσε, πόδια και χέρια γαγγραινιαζαν. Το θύμα υπέφερε από τη δίψα και την πείνα, από την αϋπνία, από το ψύχος και τη ζέστη, από τα έντομα που τον κεντούσαν, έμπαιναν στα ρουθούνια του, στα αυτιά και στα μάτια του, από τα δήγματα των τρωκτικών, ακόμη και αγριόσκυλων. Έχανε τις αισθήσεις του, συνερχόταν, πάθαινε νευρικές κρίσεις, ούρλιαζε, βογκούσε, αγκομαχούσε. Τελικά πέθαινε από τη σύνθλιψη των μελών, από τον νευρικό παροξυσμό, την αγωνία και τον ψυχικό κάματο. Το μαρτύριο διαρκούσε πολλές μέρες. Ο κατάδικος εκλιπαρούσε να συντομέψουν το τέλος του με ένα θανάσιμο πλήγμα. Αλλά υπήρχαν φρουροί για να εμποδίζουν αυτή την εκδήλωση οίκτου. Ακόμα και η ρωμαϊκή σταύρωση, οδυνηρότερη εξαιτίας τού καρφώματος των ακρών, συνεπάγεται γρηγορότερο θάνατο λόγω της απώλειας αίματος. Το μαρτύριο τού αποτυμπανιζόμενου ξεπερνά κάθε περιγραφή.
Για να θεμελιώσει ο Κεραμόπουλλος την άποψη ότι ο αποτυμπανισμός γινόταν με προσάρτηση του κατάδικου σε σανίδα επικαλείται μαρτυρίες από αρχαία κείμενα. Και πρώτα πρώτα την τιμωρία των Σάμιων τριήραρχων και οπλιτών από τους Αθηναίους ύστερα από την κατάληψη του νησιού και την κατεδάφιση του φρουρίου (439 π.Χ.). Κατά τον Πλούταρχο ο Περικλής έφερε τους αιχμάλωτους στη Μίλητο, τους πρόσδεσε σε σανίδες κι αφού τους άφησε να βασανίζονται δέκα μέρες πρόσταξε να τους θανατώσουν συντρίβοντας με ρόπαλα τα κρανία τους. Επειδή την πληροφορία για την «πολλήν ωμότητα των Αθηναίων» κατέγραψε πρώτος ο Σάμιος ιστορικός του 3ου αιώνα π.Χ. Δούρις, διατυπώνονται από τον Πλούταρχο ζωηρές αμφιβολίες για την ακρίβεια και τη σοβαρότητα της. Φαίνεται, γράφει ο Πλούταρχος,«ότι στην περίπτωση αυτή ο Δούρις παραμεγάλωσε τις συμφορές της πατρίδας του για να διαβάλει τους Αθηναίους». Στο κείμενο του Πλούταρχου δεν αναφέρεται ούτε τύμπανον ούτε αποτυμπανισμός αλλά μόνο πρόσδεση σε σανίδα με άγνωστο τρόπο. Επίσης δεν διευκρινίζεται αν η σανίδα στήθηκε ορθή, αν δηλαδή τα θύματα κρέμονταν ή βασανίζονταν εκτάδην. Η θανάτωση έγινε με πλήγματα ροπάλου στο κεφάλι αλλά συντριμμενο κρανίο βρέθηκε και στο πολυάνδριο του Φαλήρου. Όσο για τις αμφιβολίες του Πλούταρχου σχετικά με την ακρίβεια των πληροφοριών που κατέγραψε ο Σάμιος ιστορικός, δεν πρέπει ίσως να αποκλείσουμε κάποια υπερβολή από μνησικακία. Αλλά μήπως και ο Πλούταρχος, επίτιμος δημότης της Αθήνας, δεν μεροληπτεί συχνά όταν αναφέρεται στους Αθηναίους; Έπειτα δεν είναι άγνωστη η βάρβαρη συμπεριφορά της Αθήνας κατά τη διάρκεια κατασταλτικών ή τρομοκρατικών επιχειρήσεων για την επιβολή και τη συντήρηση της ηγεμονίας της. Και όχι μόνο εναντίον των εχθρών της αλλά κι εναντίων των συμμάχων που είχαν μεταμορφωθεί, με τις απειλές και την ωμή βια, σε υποτελείς χάνοντας και την οικονομική ανεξαρτησία – δεν είχαν λ. χ. δικαίωμα να κόψουν δικό τους νόμισμα – και την πολιτική αυτοτέλεια – οι σοβαρές δικαστικές υποθέσεις έπρεπε να εκδικάζονται στην Αθήνα.
Το μαρτύριο της σανίδας αναφέρεται – και μάλιστα αναλυτικά – από τον Αριστοφάνη στην κωμωδία Θεσμοφοριάζουσες που ανέβηκε στη σκηνή τριάντα μόλις χρόνια ύστερα από τα γεγονότα της Σάμου. Ο Αθηναίος πρύτανης προστάζει τον Σκύθη στρατιώτη να δέσει τον Μνησίλοχο σε σανίδα, να τη στήσει όρθια και να μην επιτρέψει σε κανέναν να ζυγώσει. Ο αποτυμπανισμός δεν ήταν μόνο εκτέλεση. Ήταν κυρίως δημόσια θανάτωση, επίδειξη του μαρτυρίου μπροστά στο κοινό για παραδειγματισμό.
Οι απόψεις του Κεραμόπουλλου για τη διαδικασία του αποτυμπανισμού που στηρίχθηκαν στα ευρήματα του πολυανδριου και σε διάφορες αρχαίες μαρτυρίες είχαν ζωηρή απήχηση. Πολλοί ιστορικοί και μελετητές του αρχαίου ποινικού δικαίου τις υιοθέτησαν, μερικοί τις απέρριψαν ή άσκησαν κριτικό έλεγχο και άλλοι διατύπωσαν παράλληλες προτάσεις για το μηχανισμό και τη λειτουργία του. Υποστηρίχθηκε για παράδειγμα ότι τα δισκελή καρφιά στους καρπούς και τα σφυρά απέβλεπαν στην ακινητοποίηση του κατάδικου για να καρφωθεί τελικά ο χαλκός με τους δυο ήλους στο λαιμό ώστε να επέλθει ο θάνατος από στραγγαλισμό. Υποστηρίχθηκε επίσης ότι ακόμη και στην περίπτωση που οι κατάδικοι προσδένονταν στη σανίδα η εκτέλεση γίνονταν τελικά με χτυπήματα. Πρόκειται για την άλλη ερμηνεία του αποτυμπανισμού, τη θανάτωση με ρόπαλο. Ίσως όμως τα πλήγματα με τύμπανον να αποτελούσαν ένα είδος χαριστικής βολής. Στον ομαδικό τάφο του Φαλήρου τα κάτω άκρα δυο αποτυμπανισμένων είχαν εντελώς αποχωρισθεί από τον κορμό. Μια άλλη ίσως ευεργετική παρέμβαση για τον τερματισμό του μαρτυρίου. Με τον ίδιο τρόπο συντομεύθηκε η αγωνία των δυο ληστών που είχαν σταυρωθεί πλάι στο Χριστό.