01/10/2026
Ίσως ένα μέρος του κακού ξεκίνησε από εκείνη τη μικρή, αθώα σκηνή που όλοι έχουμε δει… το παιδί πέφτει πάνω στο τραπέζι, χτυπάει, και ο γονιός για να το παρηγορήσει, αρχίζει να χτυπάει το τραπέζι λέγοντας… «Κακό τραπέζι! Κακό!» Μόνο που το τραπέζι δεν έκανε τίποτα… Το παιδί έπεσε πάνω του. Κι όμως, για λίγα δευτερόλεπτα, αντί να βοηθήσουμε το παιδί να συναντήσει την πραγματικότητα, αλλάζουμε την πραγματικότητα για να προστατεύσουμε το συναίσθημά του. Δεν έπεσες εσύ, έφταιγε το τραπέζι.
Σήμερα, αυτό το «κακό τραπέζι» μετακομίζει πολύ συχνά μέσα στις σχολικές αίθουσες, στα φροντιστήρια και στα θρανία. Μόνο που σήμερα, όταν το παιδί «πέσει» πάνω στην απαίτηση ενός μαθήματος, σε μια παρατήρηση ή σε ένα «δεν διάβασες», ο γονιός δεν χτυπάει το τραπέζι. “Χτυπάει” τον εκπαιδευτικό.
Κάπου στην πορεία, η επιθυμία των γονιών να προστατεύσουν τα παιδιά τους από την πίεση παρεξηγήθηκε βαθιά. Περάσαμε από την εποχή του «ο δάσκαλος έχει πάντα δίκιο» σε μια λογική όπου ο εκπαιδευτικός θεωρείται σχεδόν απολογούμενος αν το παιδί δυσαρεστηθεί. «Αγάπη μου, καταλαβαίνω ότι κουράστηκες, δεν πειράζει που δεν έκανες τα αγγλικά σου, θα τα πω εγώ με τη δασκάλα.» Και το παιδί, εν τω μεταξύ, έχει ήδη μάθει το πρώτο του μάθημα: ότι η ευθύνη δεν ανήκει στο ίδιο, αλλά στο σύστημα, στο μάθημα ή στον «αυστηρό» καθηγητή. Η εκπαίδευση μετατρέπεται σταδιακά σε ένα πεδίο υπερ-παρεμβατισμού. Βλέπουμε γονείς που αμφισβητούν κάθε παρατήρηση, που απαξιώνουν το σχολείο ή το ξενόγλωσσο κέντρο και που βάζουν κάθε άλλη δραστηριότητα –από τα αθλήματα μέχρι τα προσωπικά χόμπι– σε προτεραιότητα, αφήνοντας την ουσιαστική μάθηση και τα αγγλικά στο περιθώριο. Κι όμως, η εκμάθηση μιας γλώσσας ή η μελέτη δεν είναι απλώς μια πληροφορία που «καταναλώνεται». Είναι η πρώτη μεγάλη άσκηση συνέπειας, αυτοπειθαρχίας και διαχείρισης χρόνου που καλείται να κάνει ένα παιδί.
Όταν ένας εκπαιδευτικός ενημερώνει τον γονιό ότι το παιδί δεν διάβασε, ότι μιλούσε την ώρα του μαθήματος ή ότι δεν ακολούθησε τους κανόνες της τάξης, δεν τιμωρεί το παιδί. Zητά τη συνεργασία του γονιού.
Δεν είμαστε αντίπαλοι. Είμαστε στην ίδια ομάδα, στην ίδια πλευρά του γηπέδου, με έναν κοινό στόχο: την εξέλιξη, την αυτονομία και το καλό του παιδιού.
Όταν ο γονιός σπεύδει να δικαιολογήσει την αμέλεια, να ακυρώσει την παρατήρηση του δασκάλου ή να μεταφέρει το μήνυμα ότι «δεν πειράζει, σιγά το μάθημα», δεν προστατεύει το παιδί από το τραύμα. Του συντηρεί την ψευδαίσθηση της παντοδυναμίας. Του αφήνει να πιστεύει ότι οι κανόνες ισχύουν για τους άλλους, αλλά όχι για εκείνο.
Όπως και στην ανατροφή, έτσι και στην εκπαίδευση, τα όρια δεν είναι τιμωρία. Είναι δομή. Η παρατήρηση ενός καθηγητή είναι μια μικρή, διαχειρίσιμη δόση πραγματικότητας. Ενθαρρύνει το παιδί να αναλάβει την ευθύνη των πράξεών του, να αντέξει τη ματαίωση ενός χαμηλού βαθμού ή μιας επίπληξης και να προσπαθήσει ξανά. Αν κάθε φορά που δυσφορεί, ο γονιός επεμβαίνει για να «μαλακώσει» το αποτέλεσμα, το παιδί δεν μαθαίνει να προσπαθεί περισσότερο. Μαθαίνει απλώς ότι η διαμαρτυρία του μπορεί να μετακινήσει τα όρια.
Ένα από τα μεγαλύτερα δώρα που μπορούμε να προσφέρουμε στα παιδιά, μέσα από τη συνεργασία σχολείου και οικογένειας, δεν είναι ένας δρόμος χωρίς απαιτήσεις. Είναι η βεβαιότητα ότι μπορούν να τα καταφέρουν απέναντι σε απαιτήσεις. Ότι το «πρέπει να διαβάσεις» δεν σημαίνει «δεν σε καταλαβαίνω», αλλά «πιστεύω στις δυνατότητές σου».
Υ.Γ. Μια μέρα το παιδί θα βγει στον πραγματικό κόσμο. Εκεί δεν θα υπάρχει γονιός να εξηγήσει στον εργοδότη ή στην κοινωνία γιατί δεν παραδόθηκε μια δουλειά στην ώρα της, ούτε να ωραίοποιήσει μια αποτυχία. Αν από νωρίς δεν μάθει να σεβαστεί τη διαδικασία, τον καθηγητή και τη δουλειά που απαιτείται, θα δυσκολευτεί πολύ να σταθεί στα πόδια του. Το μεγαλύτερο εφόδιο που μπορούμε να του δώσουμε μαζί –γονείς και εκπαιδευτικοί– είναι η εσωτερική δύναμη να αναλαμβάνει την ευθύνη του, να προσπαθεί και, όταν πέφτει, να ξέρει πώς να σηκώνεται μόνος του.