08/09/2026
Τί ἀπέγινε ἡ σορός τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου;
✏️ Τῆς Αἰκ. Γ. Δασκαλοπούλου
[Introduction 🇬🇧
What Became of the Body of Alexander the Great?
Few mysteries of the ancient world have endured as long as the fate of Alexander the Great’s remains. After his death in Babylon in 323 BCE, his body became far more than the remains of a fallen king: it became a powerful symbol of legitimacy, kingship and divine memory. Carried to Egypt and eventually placed in the magnificent Soma in Alexandria, Alexander’s tomb was visited by kings, emperors and countless pilgrims for centuries.
And then, the trail disappears.
Was his body destroyed, lost beneath the ever-changing city of Alexandria, secretly transferred elsewhere—or could his remains still lie hidden, waiting to be discovered? From Alexandria and the oasis of Siwa to Vergina and even Venice, numerous theories have attempted to solve one of archaeology’s greatest enduring mysteries.
The search continues, suspended somewhere between historical evidence, archaeological possibility and the irresistible power of a legend that has survived for more than two millennia.]
Ἡ μοῖρα τῆς σοροῦ τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου (356–323 π.κ.ε.) παραμένει ἕν ἐκ τῶν μακροβιοτέρων καὶ ἐλκυστικοτέρων ἐρωτημάτων τῆς κλασικῆς ἱστορίας καὶ τῆς ἀρχαιολογίας.
Ἡ μεταχείρισις τοῦ νεκροῦ σώματός του κατὰ τὴν ἀρχαιότητα συνεδέθη ἄμεσα μὲ τὴν πολιτικὴν νομιμοποίησιν τῶν διαδόχων του, τὴν θρησκευτικήν του λατρείαν ἐν εἴδει θεοῦ καὶ τὴν κατασκευὴν μνημείων μνήμης πρὸς τιμὴν του, μὲ ἀνυπολόγιστες –συχνά– ἐπιπτώσεις ἕως σήμερον.
Εἰς τὸ παρὸν πόνημα, ἐπιχειροῦμεν νὰ συνοψίσωμεν τὰς ἱστορικὰς μαρτυρίας διὰ τὴν τύχην τῆς σοροῦ, τὴν ἀρχαιολογικὴν τεκμηρίωσιν καὶ τὰς ἐπικρατεστέρας θεωρίας διὰ τὸ ποῦ ἐνδέχεται νὰ εὑρίσκωνται σήμερον τὰ λείψανα τοῦ μεγάλου νεκροῦ, καθὼς καὶ νὰ ἀξιολογήσωμεν τὴν ὑπόθεσιν ὅτι ἡ τυχὸν ἀνακάλυψίς των ἔχει ἀποκρυφθῆ διὰ πολιτικοὺς ἢ ἐθνικοὺς λόγους καὶ σχετικὰς σκοπιμότητας.
Ι. Ἀρχαῖαι μαρτυρίαι: ὁ θάνατος, ἡ νεκροφόρος καὶ αἱ πρῶιμοι ἀποφάσεις περὶ τοῦ τόπου ταφῆς τοῦ μεγάλου στρατηλάτου
Αἱ ἀφηγήσεις διὰ τὸν θάνατον καὶ τὴν ταφὴν τοῦ Ἀλεξάνδρου εἶναι ἐξαιρετικῶς πολυσχιδεῖς καὶ διαμεσολαβημέναι ἀπὸ πλεῖστα συμφέροντα.
Αἱ ἀρχαῖαι πηγαί πάντως (Ἀρριανός, Πλούταρχος, Διόδωρος, Κόϊντος Κούρτιος Ῥοῦφος, Ἰουστίνος) συμφωνοῦν ὡς πρὸς τὰ ἑξῆς: ὁ Ἀλέξανδρος ἀπεβίωσεν ἐν Βαβυλῶνι ἐν ἔτει 323 π.κ.ε., τὸ σῶμά του ἀπετέθη ἐν σαρκοφάγῳ (ἀρχικῶς αὕτη περιεγράφη ὡς «χρυσῆ» ἢ πολύτιμος) καὶ παρὰ τὰς ἀρχικὰς προθέσεις διὰ μίαν ταφὴν εἰς τὰς Αἰγὰς, ἡ σορός καταλήγει ἐν Αἰγύπτῳ.
Νὰ σημειωθῇ πως ὁ Ἀλέξανδρος ἐζήτησε, ὀλίγον πρὸ τοῦ θανάτου του, νὰ ταφῇ εἰς τὸν ναὸν τοῦ Ἄμμωνος Διὸς εἰς τὴν ὄασιν τῆς Σίβας. Ἡ ἐπιθυμία αὕτη δὲν ἐτιμήθη.
Θυμίζομεν ὅτι τότε ὑπῆρξε μερὶς τῶν ἀξιωματικῶν του, οἵτινες ὑπεστήριξαν ὅτι θὰ ἔπρεπε αὐτὸς νὰ ταφῇ εἰς τὸ βασιλικὸν νεκροταφεῖον τοῦ οἴκου τῶν Ἀργεαδῶν (Αἰγαί, σημερινὴ Βεργίνα), ὅπως καὶ ὁ πατὴρ του Φίλιππος Β΄, καθὼς καὶ πάντες οἱ προκάτοχοι τῆς συγκεκριμένης βασιλικῆς δυναστείας.
Εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν διατήρησιν τῆς σοροῦ, δὲν εἶναι γνωστὸν τὸ πῶς ἀκριβῶς διετηρήθη τὸ σῶμα του εἰς ἀρίστην κατάστασιν. Κάποιοι μελετηταὶ προτείνουν ὅτι τοῦτο ἐτοποθετήθη ἐντὸς δεξαμενῆς μὲ μέλι, ἐνῶ ὁ Πλούταρχος ὑπεστήριζεν ὅτι τὴν σορόν ἐπεριποιήθησαν Αἰγύπτιοι ταριχευταί.
Ἡ κλασικὴ ἐκδοχὴ πάντως, ὅπως τὴν διηγοῦνται καὶ μεταγενέστεροι συγγραφεῖς, εἶναι ὅτι ὁ Πτολεμαῖος Α΄ ὁ Σωτὴρ παρεμπόδισε (οὐσιαστικῶς ἥρπασε τὴν σορόν) τὴν ἐπιστροφὴν τοῦ νεκροῦ σώματος εἰς Μακεδονίαν καὶ τὸ μετέφερεν εἰς Αἴγυπτον, ὅπου ἐτοποθετήθη αὐτὸ ἀρχικῶς ἐν Μέμφιδι καὶ ἐν συνεχείᾳ ἐν Ἀλεξανδρείᾳ.
Ἐνθάδε ἐκτίσθη μαυσωλεῖον, τὸ ὁποῖον ἀπετέλεσε τόπον προσκυνήματος καὶ λατρείας δι’ αἰῶνας καὶ τὸ ὁποῖον ὠνομάζετο ΣΩΜΑ/ΣΗΜΑ.
Ἀξίζει νὰ σημειωθῇ πως ὁ Πτολεμαῖος, εἷς τῶν σημαντικοτέρων στρατηγῶν τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου, ἐπεθύμει νὰ λάβῃ τὴν σορόν τοῦ Ἀλεξάνδρου, διότι τὸ σῶμα του ἦτο ἕν ἐκ τῶν σημαντικοτέρων συμβόλων ἐξουσίας καὶ νομιμοποιήσεως διὰ τὴν ἡγεμονίαν του εἰς τὴν Ἑλληνιστικὴν Αἴγυπτον.
Ἡ ἀπόκτησίς του ἐπέτρεπεν εἰς τοὺς Πτολεμαίους νὰ συνδέσουν τὴν δυναστείαν των μὲ τὸν μεγάλο ἡγέτην, παρουσιάζοντες ἑαυτοὺς ὡς νομίμους διαδόχους του καὶ ἐνισχύοντες τὴν ἐξουσίαν των ἐν Αἰγύπτῳ.
ΙΙ. Τὸ μνημεῖον ἐν Ἀλεξανδρείᾳ καὶ αἱ ἱστορικαὶ μαρτυρίαι διὰ τὴν μεταγενεστέραν τύχην τῆς σοροῦ
Κατὰ τὴν Ῥωμαϊκὴν ἐποχὴν ὑπάρχουν ἀναφοραὶ ὅτι τὸ μνημεῖον τοῦ Ἀλεξάνδρου ἐν Ἀλεξανδρείᾳ ἦτο ἐπισκέψιμον καὶ σεβαστόν.
Ἱστορικαὶ πηγαὶ ἀναφέρουν ἐπισκέψεις καὶ προσφορὰς ἀπὸ πρόσωπα ὅπως ὁ Ἰούλιος Καῖσαρ, ἡ Κλεοπάτρα καὶ ὁ Αὔγουστος.
Ἐπίσης ὑπάρχουν ἀναφοραὶ διὰ ἐπιχειρουμένας περιοδικὰς λεηλασίας ἢ ἀφαίρεσιν πολυτίμων ἀντικειμένων κατὰ τὴν αὐτὴν ἐποχήν.
Ἐπιπροσθέτως, εἰς τὰ τέλη τοῦ 4ου αἰῶνος καὶ μετὰ τὴν κατάργησιν τοῦ πολυθεϊσμοῦ ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα Θεοδόσιον Α΄ ἐν ἔτει 391, σημειώνονται κατὰ τὸ ἴδιον ἔτος γενικευμέναι συγκρούσεις μεταξὺ φανατικῶν χριστιανῶν μοναχῶν ἀπὸ τὴν ἔρημον, ὑπὸ τὴν καθοδήγησιν τοῦ ἀρχιεπισκόπου Ἀλεξανδρείας Θεοφίλου, καὶ τῶν ἐθνικῶν ἐν τῇ πόλει, μὲ τοὺς πρώτους νὰ καταστρέφουν τοὺς πολυθεϊστικοὺς ναοὺς καὶ τὸ Σεραπείον, καθὼς καὶ πολὺ πιθανῶς καὶ τὸ ἴδιον τὸ μαυσωλεῖον ὅπου εὑρίσκετο ὁ τάφος τοῦ Ἀλεξάνδρου.
Ἀπὸ τὴν ὕστερη ἀρχαιότητα / πρώιμον βυζαντινὴν ἐποχήν, αἱ ἀναφοραὶ γίνονται ὅλο καὶ σπανιώτεραι καὶ, ἐν τέλει, ἡ σορός ἐξαφανίζεται μυστηριωδῶς καὶ ὁλοσχερῶς κατὰ τὸν 6ον αἰ. μ.κ.ε.
Ὀλίγον νωρίτερον ὅμως, ὁ Ὅσιος Σισώης, ὅστις ἔζησεν κατὰ τὸν 4ον καὶ 5ον αἰῶνα καὶ ἀπέθανεν τὸ 429 μ.κ.ε., ἀπεικονίζεται εἰς πλῆθος διαφόρων ἁγιογραφικῶν παραστάσεων νὰ προσκυνῇ τὸν τάφον τοῦ Ἀλεξάνδρου ἐν Ἀλεξανδρείᾳ.
Ἡ παράστασις μὲ τὸν τάφον πιθανῶς ἐνεφανίσθη ἀρκετὰ ἀργότερον, κατὰ τὸν 15ον αἰῶνα· εἶναι ἄγνωστον ὅμως κατὰ πόσον ἀποτελεῖ μίαν γνήσιαν ἱστορικὴν μαρτυρίαν ἢ μίαν ἁπλῆν συμβολικὴν ἀπεικόνισιν μὲ ἀναδρομικότητα.
Ἡ ἔλλειψις, πάντως, συνεχιζομένων, ἀξιοπίστων μαρτυριῶν μετὰ τοὺς ὑστέρους Ῥωμαϊκοὺς χρόνους ὁδηγεῖ εἰς δύο βασικὰ συμπεράσματα:
α) εἴτε ὁ τάφος κατεστράφη/ἐξαντλήθη σταδιακῶς (φυσικὴ φθορά, σεισμοί, οἰκοδομικὴ δραστηριότης, συστηματικὴ λεηλασία – κάποιοι συνδέουν τὴν ἀπώλειαν τῆς σοροῦ μὲ τὴν κατάληψιν τῆς πόλεως ἀπὸ τοὺς Ἄραβας, ἂν καὶ ὑπῆρχαν κάποιαι ἀναφοραὶ διὰ τὸν τάφον μέχρι καὶ τὸν 15ον αἰῶνα, ὅπως προαναφέραμε),
εἴτε
β) ἡ ἀκριβὴς θέσις του εἰς τὸ πυκνῶς δομημένον, μεσαιωνικὸν ἕως νεώτερον ἀστικὸν ἰστὸν τῆς Ἀλεξανδρείας ἁπλῶς ἐχάθη.
Αἱ σύγχροναι ἀρχαιολογικαὶ ἔρευναι ἐν Ἀλεξανδρείᾳ ἔχουν ἀναδείξει ὑπολείμματα τοῦ βασιλικοῦ τετραγώνου, ἀλλὰ πρὸς ὥρας δὲν ἔχουν δώσει ἀδιαμφισβήτητον σημεῖον ταφῆς τοῦ Ἀλεξάνδρου.
ΙΙΙ. Σύγχρονοι ὑποθέσεις καὶ εὑρήματα: Ἀλεξάνδρεια, Σίβα καὶ ἡ περίπτωσις τῆς Βεργίνας
Κατὰ τὸν 19ον ἕως καὶ τὸν 21ον αἰῶνα προετάθησαν πολλαὶ τοποθεσίαι ὡς πιθαναὶ νὰ φέρουν τὴν σορόν τοῦ Ἀλεξάνδρου:
α) ἡ Ἀλεξάνδρεια
β) ἡ Ὄασις τῆς Σίβα (καθὼς συνεβάδιζε μὲ τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ Ἀλεξάνδρου)
γ) διάφορα ἄλλα μνημεῖα καὶ περιοχαί.
Σύγχροναι ἀνασκαφικαὶ ἔρευναι ἐν Ἀλεξανδρείᾳ (Shallalat Gardens καὶ γύρω περιοχαί) ἔχουν ἀποκαλύψει στοιχεῖα τοῦ βασιλικοῦ τετραγώνου καὶ μεγάλων ταφικῶν/λατρευτικῶν συγκροτημάτων, ἀλλὰ καμία ἐξ αὐτῶν δὲν ἔχει ἕως τώρα ὁδηγήσει εἰς τὸ λείψανον τοῦ ἰδίου τοῦ Ἀλεξάνδρου.
Ἀναλυτικώτερον, τὸ Αἰγυπτιακὸν Συμβούλιον Ἀρχαιοτήτων (Supreme Council of Antiquities) ἔχει ἐπισήμως ἀναγνωρίσει ἄνω τῶν 140 ἀρχαιολογικῶν περιοχῶν ὡς πιθανοὺς τόπους διὰ τὴν ἀναζήτησιν τοῦ τάφου τοῦ Ἀλεξάνδρου.
Ὁ Μαχμούτ ἐλ-Φαλάκι, ὅστις εἶχε συντάξει τὸν χάρτην τῆς ἀρχαίας Ἀλεξανδρείας, ἐπίστευεν ὅτι ὁ τάφος εὑρίσκετο εἰς τὸ κέντρον τῆς Ἀλεξανδρείας, εἰς τὴν διασταύρωσιν τῆς ἀρχαίας Κανωπίας ὁδοῦ (σύγχρονη λεωφόρος Horreya) καὶ ἑνὸς ἀρχαίου δρόμου μὲ τὸν κωδικὸν R5.
Ἔκτοτε, ὑπῆρξαν καὶ ἄλλοι ἐρευνηταὶ καὶ ἐπιστήμονες, ὅπως ὁ Τάσος Νερούτσος, ὁ Heinrich Kiepert καὶ ὁ Ernst von Sieglin, οἵτινες ὠριοθέτησαν τὸν τάφον εἰς τὴν αὐτὴν περιοχήν.
Ἐν ἔτει 1850, ἕλλην τῆς Ἀλεξανδρείας, ὁ Ἀμβρόσιος Σκυλίτσης, ἰσχυρίσθη πως εἶδε τὴν ὑποτιθεμένην μούμιαν τοῦ Ἀλεξάνδρου ἐντὸς γυάλινου φερέτρου καὶ ὅτι εὑρίσκετο αὕτη ἐντὸς τοῦ τεμένους τοῦ Προφήτου Δανιὴλ (Nabi Daniel) ἐν Ἀλεξανδρείᾳ.
Ἀργότερον, ἐν ἔτει 1879, ἕνας ἐργολάβος, ὅστις ἐξετέλει ἐπιδιορθώσεις εἰς τὸ τέμενος, κατὰ λάθος ἔρριψε ἕνα τοῖχωμα, κάμνων ἄνοιγμα πρὸς τὸ ὑπόγειον αὐτοῦ, εἰς τὸ ὁποῖον καὶ ἀνέφερε πως εἶδε κάποια μνημεῖα, ἅτινα ἐφαίνοντο ὡς νὰ εἶναι κατασκευασμένα ἀπὸ γρανίτην καὶ τὰ ὁποῖα διέκρινε νὰ διαθέτουν μίαν γωνιώδη κορυφήν. Ἡ τρύπα ὅμως ἐπεδιορθώθη ἄμεσα καὶ οἱ ὑπεύθυνοι τοῦ τεμένους ἐζήτησαν ἀπὸ τὸν ἐργολάβον νὰ μὴν ἀναφέρει τὸ συμβάν.
Ἐν ἔτει 1888, ὁ Χάϊνριχ Σλήμαν ἀπεπειράθη νὰ κάμῃ ἔρευνας εἰς τὸ αὐτὸ τέμενος, ἀλλὰ τοῦ ἠρνήθησαν τὴν ἄδειαν ἀνασκαφῆς.
Τὸ 1993 κάποιοι ἐρευνηταὶ ἀνέπτυξαν τὴν θεωρίαν ὅτι ἐντὸς τοῦ βασιλικοῦ τάφου ΙΙ τῆς Βεργίνας δὲν εἶναι θαμμένος ὁ Φίλιππος Β΄, ἀλλὰ ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος, μαζὶ μὲ τὴν σύζυγόν του Ῥωξάνην. Προέτειναν, δέ, ὅτι βάσει τῶν ἱστορικῶν πηγῶν, ὁ θώραξ, ἡ ἀσπίς, τὸ κράνος καὶ τὸ ξίφος, ἅτινα εὑρέθησαν ἐντὸς αὐτοῦ, πρέπει νὰ ἀνήκουν εἰς τὸν προσωπικὸν ὁπλισμὸν τοῦ Ἀλεξάνδρου.
Μὲ τὴν ἄποψιν αὐτήν συντάσσεται καὶ ἡ γνωστὴ Ἑλληνὶς βυζαντινολόγος Ἑλένη Γλύκατζη-Ἀρβελέρ, ἐν τῷ βιβλίῳ της «Ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος τῶν Βυζαντινῶν».
Τὸ 1995, ἡ Ἑλληνὶς ἀρχαιολόγος Λιάνα Σουβαλτζῆ ἀνεκοίνωσεν ὅτι ταυτοποίησεν ἕναν τάφον εἰς τὴν Ὄασιν Σίβα τῆς Αἰγύπτου μὲ αὐτὸν τοῦ Ἀλεξάνδρου. Ὁ ἰσχυρισμὸς οὗτος ἐτέθη ἐν ἀμφισβητήσει ἀπὸ τὸν τότε γενικὸν γραμματέα τοῦ Ὑπουργείου Πολιτισμοῦ τῆς Ἑλλάδος, Γεώργιον Θωμᾶ, ὅστις καὶ ἀπήντησεν ὅτι εἶναι ἀβέβαιον τὸ ἂν ἡ δομὴ ἥτις ἀνεσκάφη εἶναι κἂν τάφος.
Συνεχίζοντες, ὁ γενικὸς γραμματεὺς καὶ τὰ μέλη τῆς ὁμάδος του ἀνέφεραν ὅτι ἡ τεχνοτροπία τῆς ἀνασκαφείσης οἰκοδομῆς δὲν ἦτο Μακεδονικὴ ὅπως ἰσχυρίζετο ἡ κα Σουβαλτζῆ, καὶ ὅτι τὰ θραύσματα τῶν πλακῶν, ἅτινα τοῖς ἐστάλησαν πρὸς ἐξέτασιν, δὲν ὑπεστήριζαν καμίαν ἐκ τῶν μεταφράσεων τὰς ὁποίας παρεῖχεν ἡ ἐρευνήτρια ὡς ἀποδείξεις τοῦ εὑρήματός της.
Μία ἐναλλακτικὴ θεωρία τοῦ Βρετανοῦ ἱστορικοῦ Andrew Chugg, ἥτις ἐπαρουσιάσθη ἐν ἔτει 2002, ὑποστηρίζει ὅτι τὸ σῶμα ἐκλάπη κατὰ τὸν Μεσαίωνα ἀπὸ Βενετοὺς ἐμπόρους ἐν Ἀλεξανδρείᾳ, οἵτινες λανθασμένως ἐπίστευσαν ὅτι τὸ σῶμα ἦτο τοῦ Ἁγίου Μάρκου (Ἁγίου προστάτου τῆς Βενετίας), καὶ εἰς τὴν πραγματικότητα σήμερον εὑρίσκεται εἰς τὸν καθεδρικὸν ναὸν τοῦ Ἁγίου Μάρκου ἐν Βενετίᾳ, ὅπου καὶ ἐκτίθεται πρὸς λατρείαν ὡς τὸ σῶμα τοῦ ὁμωνύμου Ἁγίου.
Περαιτέρω, ἐν ἔτει 2014, ἀνεσκάφη ἀπὸ τὴν ὁμάδα τῆς ἀρχαιολόγου Κατερίνας Περιστέρη μεγάλο καὶ πολυτελὲς ταφικὸν μνημεῖον ἐν τῷ Τύμβῳ Καστᾶ, τὸ ὁποῖον χρονολογεῖται περὶ τὸ τελευταῖον τέταρτον τοῦ 4ου αἰῶνος π.κ.ε. καὶ ἡ τοποθεσία ἀντιστοιχεῖ εἰς τὴν ἀρχαίαν Ἀμφίπολιν.
Τὰ ἐντυπωσιακὰ εὑρήματα καὶ τὸ μέγεθος τοῦ μνημείου, ὁμοῦ μὲ τὴν τακτικὴν ἐνημέρωσιν τῆς πορείας τῶν ἀνασκαφῶν, ἔκαμε τοὺς κατοίκους τῆς περιοχῆς καὶ ὁμάδας ἐρασιτεχνῶν ἐρευνητῶν, οἵτινες παρηκολούθουν καὶ ἑρμήνευον τὰς ἐξελίξεις καὶ τὰ εὑρήματα, νὰ θεωροῦν τὸν Ἀλέξανδρον ὡς ἕνα ἐκ τῶν πιθανῶν ὑποψηφίων δι’ ὃν ἐκτίσθη ὁ τάφος.
Ὡστόσο, τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 2015 καὶ συμφώνως μὲ τὴν παρουσίασιν τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ἀνασκαφικῆς ὁμάδος εἰς τὸν Τύμβον Καστᾶ, ὡς πρὸς τὰς ἔρευνας αἵτινες διεξήχθησαν ἀπὸ τὸ 2012 ἕως τὸ 2014, τὸ μνημεῖον κατεσκευάσθη κατὰ παραγγελίαν τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου διὰ τὸν Ἡφαιστίωνα.
Νὰ σημειωθῇ ὅτι ἀρκεταὶ «θεωρίαι συνωμοσίας» συνδέουν μέχρι καὶ σήμερον τὴν σχετικὴν συσκότισιν γύρω ἀπὸ τὰς σχετικὰς ἔρευνας, μὲ τὴν Συμφωνίαν τῶν Πρεσπῶν καὶ τὰ ἐνδεχόμενα πολιτικὰ ὀφέλη ἀπὸ τὴν ἀποσιώπησιν τῆς συνδέσεως τοῦ Τάφου μὲ τὸν Μεγαλέξανδρον.
IV. Ἡ σημασία τῆς σοροῦ: πολιτική, θρησκευτικὴ καὶ συμβολική
Ἡ σορός τοῦ Ἀλεξάνδρου δὲν ἦτο ἁπλῶς ἕνα βιολογικὸν ὑπόλειμμα. Αὕτη ἐλειτούργησεν ὡς μέσον νομιμοποιήσεως τῶν διαδόχων του, ὡς ἀντικείμενον δημοσίας, σχεδὸν θεϊκῆς λατρείας καὶ ὡς σύμβολον τῆς ἑνότητος τῆς αὐτοκρατορίας.
Ὁ ἔλεγχος τῆς σοροῦ ἐπέτρεπε εἰς τὸν ἑκάστοτε ἡγεμόνα νὰ διεκδικήσῃ τὴν ἱστορικὴν συνέχειαν καὶ νὰ θεσμοθετήσῃ λατρευτικὰς πρακτικὰς (π.χ. προσφοράς, ἐτησίας ἐκδηλώσεις).
Διὰ τὸν λόγον αὐτόν, ἡ τύχη τῆς σοροῦ δὲν ἀποτελεῖ ἕνα ἀμιγῶς «ἀρχαιολογικὸν» ζήτημα. Ἀφορᾷ ἐπίσης τὴν πολιτικὴν καὶ ἐθνικὴν μνήμην καὶ τὴν ἐν γένει διαχείρισιν τῆς κληρονομίας του, μὲ ὅ,τι κι ἂν συνεπάγεται αὐτὸ ἀκόμη καὶ ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μας.
V. Ἡ ὑπόθεσις τῆς ἀποκρύψεως τῆς σοροῦ διὰ πολιτικοὺς ἢ ἐθνικοὺς λόγους
Ἡ ἰδέα ὅτι ἡ σορός «ἔχει βρεθῇ ἀλλὰ ἀποκρύπτεται» ἐμφανίζεται περιοδικῶς εἰς πλεῖστα δημοσιογραφικὰ καὶ διαδικτυακὰ ἀφηγήματα.
Ἀπὸ θεωρητικῆς σκοπιᾶς, ὑπάρχουν μερικὰ πιθανά ἐνδεχόμενα, ἅτινα θὰ ἠδύναντο νὰ στηρίξουν τοιαύτην ὑπόθεσιν:
α) πολιτικὴ ἐκμετάλλευσις, ἤτοι ἀποκάλυψις ἢ ἀπόκρυψις διὰ ἐθνικιστικοὺς λόγους. Ἡ ἀποκάλυψις δύναται νὰ ἀναζωπυρώσῃ ἢ νὰ ἀναπροσαρμόσῃ, ἀντιστοίχως, διαφόρους ἐθνικὰς ἀφηγήσεις.
β) θρησκευτικαὶ καὶ πολιτιστικαὶ εὐαισθησίαι. Ἡ ἀνεύρεσις ἐντὸς κατοικημένης περιοχῆς μὲ ἑτέρους νομικοὺς/θρησκευτικοὺς ὅρους,
καὶ
γ) οἰκονομικὰ καὶ τουριστικὰ κίνητρα, τουτέστιν ὁ ἔλεγχος ἑνὸς πολυτίμου ἀρχαιολογικοῦ πόρου.
Ὡστόσο, λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν τὰς ἐπισήμους ἀρχαιολογικὰς διαδικασίας καὶ τὸ πλαίσιόν των (δημοσία χρηματοδότησις, διεθνὲς ἐνδιαφέρον, δημοσιότης), φαίνεται πως ἡ συστηματική, μακροχρόνιος συγκάλυψις μιᾶς τοιαύτης εὑρέσεως διεθνοῦς βαρύτητος θὰ ἦτο δύσκολος πρακτικῶς (ἂν καὶ ὄχι ἐντελῶς ἀδύνατος).
Οἱ ἰσχυρισμοί, περὶ συνωμοσίας μεγάλης κλίμακος, φαίνεται ὅτι στεροῦνται ἀπτῶν τεκμηρίων· ἄλλως θὰ ἔπρεπε νὰ ὁμιλοῦμεν περὶ κολοσσιαίου ὀργανωμένου σχεδίου ἀποκρύψεως, διὰ λόγους οἵτινες, ἐπὶ τοῦ παρόντος, μᾶς διαφεύγουν.
📚📖 Βιβλιογραφία καὶ πηγαί:
Ἀρριανός, «Ἀλεξάνδρου Ἀνάβασις», ἐκδ. Κάκτος.
Πλούταρχος, «Ἀλέξανδρος», ἐκδ. Σύγχρονοι Ὁρίζοντες.
Διόδωρος ὁ Σικελιώτης, «Ἱστορικὴ Βιβλιοθήκη», ἐκδ. Ζήτρος.
Κόϊντος Κούρτιος Ῥοῦφος, «Ἱστορίαι τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου», ἐκδ. Εὔανδρος.
Blakemore, E., “New clues to the lost tomb of Alexander the Great discovered in Egypt”, National Geographic.
Swaminathan, N., “Lost Tombs — Alexander the Great, King of Macedon (Alexandria: the Soma)”, Archaeology Magazine.
Γλύκατζη–Ἀρβελέρ, Ἑ., «Ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος τῶν Βυζαντινῶν», ἐκδόσεις Gutenberg
📸 Εἰκόνα: Daskalopoulou Katerina
9/2026