18/11/2023
O στρατηγός Τζόζεφ Στίλγουελ παρασημοφορεί τους θρυλικούς «επιδρομείς του Μέρριλ» μετά την τελευταία επιτυχή αποστολή στη Myitkyina.
Με την επικράτηση των Ιαπώνων στη Βιρμανία κατά τη διάρκεια του Β' Παγκόσμιου Πολέμου, οι Βρετανοί υποχώρησαν προς την Ινδία με αποτέλεσμα την αποκοπή του «Διαδρόμου της Βιρμανίας», εναν λεπτό διάδρομο μεταφοράς εφοδίων που διατηρούσε μετά βίας την Κίνα στον πόλεμο. Τα απότομα όρη και η πυκνή ζούγκλα στο βόρειο τμήμα της χώρας την καθιστούσαν έναν εξαιρετικά δύσκολο περιβάλλον για συμβατικό πόλεμο.
Τον Οκτώβριο του 1943, συστάθηκε μια μυστική μονάδα Ranger στη Βομβάη της Ινδίας, η επιπέδου συντάγματος 5307η Μικτή Μονάδα η οποία σύντομα πήρε το παρατσούκλι « Merrill's Marauders» από τον επικεφαλής τους υποστράτηγο Φρανκ Μέρριλ.Η Διοίκηση Άμυνας της Καραϊβικής παρείχε 960 αξιωματικούς και άνδρες εκπαιδευμένους στη ζούγκλα, 970 αξιωματικοί και άνδρες που είχαν εκπαιδευτεί στη ζούγκλα προέρχονταν από τις χερσαίες δυνάμεις του στρατού (με βάση τις Ηπειρωτικές Ηνωμένες Πολιτείες) και άλλοι 674 βετεράνοι από τη Διοίκηση του Νοτίου Ειρηνικού (Βετεράνοι του στρατού των εκστρατειών του Γκουανταλκανάλ και των Νήσων Σολομώντος).
Τον Φεβρουάριο του 1944, 2.750 «Επιδρομείς» χωρισμένοι σε 3 Τάγματα έφτασαν στη Βιρμανία και ξεκίνησαν μια 5μηνη επική πορεία πίσω από τις ιαπωνικές γραμμές. Σημαντικό ρόλο έπαιξε και ο λόχος μεταφορών της μονάδας ο οποίος ήταν εφοδιασμένος με μουλάρια. Τα τελευταία χρησιμοποιήθηκαν για τη μεταφορά ασυρμάτων, πυρομαχικών και βαρύτερων όπλων υποστήριξης, συμπεριλαμβανομένων των μπαζούκας M1A1 2,36 ιντσών και των όλμων M2 των 60 χλστ.
Το βάρος ήταν κρίσιμο για τους Marauders και η ανάγκη για ένα συμπαγές, ελαφρύ σιτηρέσιο πεδίου ήταν απαραίτητη. Το ξηρό σιτηρέσιο της ζούγκλας, στις 4.000 θερμίδες την ημέρα, είχε διακοπεί για λόγους κόστους το 1943 και με τη συμβουλή των αξιωματικών ανεφοδιασμού του Στρατού στην Ουάσιγκτον, ο στρατηγός Στίλγουελ και το επιτελείο του G-4 ήταν η παροχή της ημερήσιας έκδοσης της μερίδας K των 2.830 θερμίδων του Στρατού των ΗΠΑ (μία μερίδα K = τρία γεύματα) η οποία και πίστευαν ότι θα ήταν επαρκής. Ακόμη, ένα ελάχιστα γνωστό μυστικό της επιτυχίας των Marauders ήταν η παρουσία δεκατεσσάρων μεταφραστών της Ιαπωνοαμερικανικής Υπηρεσίας Στρατιωτικών Πληροφοριών που ανατέθηκαν στη μονάδα, μεταξύ αυτών και του διακριθέντα Ρόι Ματσουμότο.
Χρησιμοποιώντας την ευελιξία τους και τον αιφνιδιασμό, οι Marauders παρενοχλούσαν συνεχώς τις γραμμές ανεφοδιασμού και επικοινωνίας του εχθρού, εξουδετέρωναν τις περιπολίες και πραγματοποιούσαν επιθέσεις στα μετόπισθεν των Ιαπώνων: σε μια περίπτωση απέκοψαν την ιαπωνική οπισθοφυλακή στο Maingkwan. Κοντά στο Walawbum το 3ο τάγμα αιφνιδίασε τους Ιάπωνες σκοτωνοντας περίπου 400–500 στρατιώτες του εχθρού.
Στο Nhpum Ga, οι Marauders εξουδετέρωσαν 400 Ιάπωνες στρατιώτες, ενώ υπέστησαν 57 νεκρούς στη μάχη, 302 τραυματίες και 379 ακόμα τέθηκαν εκτός μάχης λόγω ασθένειας και εξάντλησης. Από τα 200 εναπομείναντα μουλάρια της μονάδας, τα 75 σκοτώθηκαν από πυρά πυροβολικού και όλμων. Ένα ταυτόχρονο ξέσπασμα δυσεντερίας ( μετά τη σύνδεση με συμμαχικές κινεζικές δυνάμεις) μείωσε περαιτέρω την αποτελεσματική τους ισχύ. Αν και οι Marauders είχαν προηγουμένως αποφύγει τις απώλειες από τη θανατηφόρα αυτη ασθένεια (εν μέρει με τη χρήση δισκίων χαλαζόνης και αυστηρών διαδικασιών υγιεινής), ο καταυλισμός τους με το κινέζικο πεζικό, που χρησιμοποιούσε τα ποτάμια ως αποχωρητήρια, προκάλεσε μεγάλη ζημιά (τα κινεζικά στρατεύματα, που πάντα έβραζαν το πόσιμο νερό τους, δεν επηρεάστηκαν σοβαρά).
Στις 17 Μαΐου 1944, μετά από μια εξαντλητική πορεία 100 χιλιομέτρων πάνω από την οροσειρά Κουμόν σε υψόμετρο 2.000 μέτρων (χρησιμοποιώντας μουλάρια για τη μεταφορά προμηθειών), περίπου 1.300 εναπομείναντες Marauders, μαζί με στοιχεία του 42ου και 150ου Συντάγματων Πεζικού των Κινέζων , επιτέθηκαν στους ανυποψίαστους Ιάπωνες στο αεροδρόμιο Myitkyina.
Πάρα τον απόλυτο και επιτυχή αρχικο αιφνιδιασμό, οι δυνάμεις δεν επαρκούσαν για την κατάληψη της ίδιας της πόλης και οι πρώτες κινεζικές επιθέσεις αποκρούστηκαν με πολλές απώλειες. Πλέον οι Marauders έπρεπε να συνεχίσουν τις μάχες στο απόγειο της εποχής των μουσώνων, κάτι που επιδείνωσε ακόμα περισσότερο την κατάσταση. Επίσης, αποκαλύφθηκε ότι η περιοχή γύρω από τη Myitkyina είχε τη μεγαλη συχνότητα εμφάνισης του τύφου θάμνων , από τον οποίο μερικοί επιδρομείς προσβλήθηκαν αφού κοιμήθηκαν σε μολυσμένες περιοχές. Τρομερά καταπονημένοι από αιματηρή δυσεντερία και πυρετούς, με τον μοναδικό χώρο ξεκούρασης και ύπνου μέσα στη λάσπη, οι επιδρομείς επιτίθονταν και αμύνονταν σε μια σειρά από σκληρές μάχες συμβατικού πεζικού με τις ιαπωνικές δυνάμεις. Μετά από ενίσχυση από μια αερομεταφερόμενημεραρχία κινεζικού στρατού, η πόλη τελικά έπεσε στους Συμμάχους στις 3 Αυγούστου 1944. Ο Ιάπωνας διοικητής διέφυγε με περίπου 600 από τους άνδρες του. 187 Ιάπωνες στρατιώτες αιχμαλωτίστηκαν και οι υπόλοιποι, περίπου 3.800 άνδρες, σκοτώθηκαν.
Στην τελευταία τους αποστολή, οι «Επιδρομείς» υπέστησαν 272 νεκρούς, 955 τραυματίες και 980 άρρωστους από τις δεκάδες ασθένειες του τροπικού κλίματος. Ο ίδιος ο Μέρριλ αρνήθηκε να διακομιστεί μετά από μια καρδιακή προσβολή που υπέστη αλλά τελικά το έπραξε όταν ήρθε να προστεθεί και η προσβολή από μαλάρια. Μερικοί άνδρες πέθαναν αργότερα από εγκεφαλική ελονοσία, αμοιβαδική δυσεντερία και/ή τύφο. Τραγική ειρωνεία αποτέλεσε το γεγονός οτι οι Επιδρομείς που εκκενώθηκαν από τις πρώτες γραμμές έλαβαν αιώρες ζούγκλας με προστατευτικό δίχτυ μυγών και καλύμματα βροχής για να κοιμηθούν, εξοπλισμός που θα μπορούσε να είχε αποτρέψει διάφορες ασθένειες και απώλειες αν είχαν παραχωρηθεί νωρίτερα στην εκστρατεία. Μόλις 200 Επιδρομείς είχαν παραμείνει ακμαίοι στο τέλος της εκστρατείας.
Σε περισσότερους από πέντε μήνες, οι Marauders είχαν διανύσει 1.300 χλμ μέσα από μερικά από τα πιο απαιτητικά εδάφη της ζούγκλας στον κόσμο, πολέμησαν σε πέντε μεγάλες μάχες (Walawbum, Shaduzup, Inkangahtawng, Nhpum Ga και Myitkyina) και συμμετείχαν σε άλλες 32 μικρότερες. Πολεμώντας τους Ιάπωνες στρατιώτες, την πείνα, τους πυρετούς και τις ασθένειες, είχαν διασχίσει περισσότερο έδαφος στη ζούγκλα από οποιοδήποτε άλλο σχηματισμό αμερικανικού στρατού κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου.