15/08/2026
15 Αυγούστου 1940…
«Βούλιαξαν την Έλλη. Στις 10 ο Υπουργός μου τηλεφώνησε να είμαι στο γραφείο στις 12 με τα ανακοινωθέντα μας. Το βράδυ, ως τις 10 πάλι στο Υπουργείο. Πυρετός τριγύρω. Κρατώ αρκετά καλά. Όσο συμφωνώ, τίποτε δε με πειράζει. Φτάνει να σταθούν γερά οι παραπάνω. Γυρίζοντας το μεσημέρι από το γραφείο, πέρασα από τον Κήπο. Μόνη στιγμή που μπόρεσα να συλλογιστώ. Προσπάθησα να φανταστώ το ασπροθαλασσίτικο λιμάνι, το μάζεμα των προσκυνητάδων, το συνωστισμό, τη μυρωδιά των κακοταξιδεμένων και ξενυχτισμένων κορμιών, τους μικροπουλητάδες, την ατμόσφαιρα της δέησης και του θαύματος. Ο πρωινός ήλιος, η θάλασσα, το καραβάκι στολισμένο μ' όλες του τις σημαίες, τα' άσπρα σκουφιά του αγήματος στο κατάστρωμα. Και ξαφνικά, χωρίς να φανεί τίποτε, χωρίς να περιμένει κανείς τίποτε, σαν ένας άντρας που σωριάζεται με μια μαχαιριά στη ράχη καθώς ψέλνει ο παπάς, τις τρεις τορπίλες, τη φωτιά στο καράβι, τον τρόμο στ' ανθρωπομάζωμα. Προσπάθησα ακόμη να φανταστώ το νέο παλικάρι, τον καπετάνιο του υποβρυχίου που έκανε την άναντρη πράξη, κι αν δεν είχε στο στόμα του, την ώρα εκείνη, μια γέψη σα να είχε μασήσει σκατά. Ένας νέος χριστιανός που έγινε μπόγιας μέσα στο σπίτι της Παναγιάς, καθώς θα έλεγε ο Μακρυγιάννης.»
Γιώργος Σεφέρης-Μέρες Γ΄1934-1940