To Σχολικό Σύστημα Προώθησης Θετικής Συμπεριφοράς (ΠροΘεΣυ (School-Wide Positive Behavioral Interventions and Supports) δεν χαρακτηρίζεται ως ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα αλλά μια προσέγγιση ή πρακτική (Horner, Sugai, & Anderson, 2010∙ Lewis & Sugai, 1999), που δίνει το οργανωτικό και λειτουργικό πλαίσιο σε μια σχολική μονάδα για να στηρίξει την κοινωνικo-συναισθηματική και μαθησιακή συμπεριφορά όλων των παιδιών, χρησιμοποιώντας μη τιμωρητικές και ερευνητικά θεμελιωμένες πρακτικές (Madigan, Cross, Smolkowski, & Strycker, 2016). To σύστημα ΠροΘεΣυ ξεκίνησε να εφαρμόζεται τέλη της δεκαετίας του 1990 σε σχολεία των Η.Π.Α. και έκτοτε έχει ανθίσει σε διάφορα εκπαιδευτικά συστήματα της Βορείου Αμερικής, Ευρώπης, Αφρικής, Μέσης Ανατολής και Αυστραλίας. Στην Κύπρο η πρώτη εφαρμογή ξεκίνησε το 2015 σε δύο δημόσια δημοτικά σχολεία και στη συνέχεια εξαπλώθηκε σε άλλες σχολικές μονάδες (Κουρέα, 2015).
Η στήριξη και διαχείριση της συμπεριφοράς των παιδιών παρέχεται σε ένα συνεχές με επίκεντρο την αναδόμηση του σχολικού πλαισίου. Συγκεκριμένα, μέσω του ΠροΘεΣυ, οι εκπαιδευτικοί, υπό την καθοδήγηση της ενδοσχολικής ομάδας-πυρήνα, προβαίνουν σε περιβαλλοντικές τροποποιήσεις και διδακτικές παρεμβάσεις για να αυξηθούν οι επιθυμητές κοινωνικές συμπεριφορές όλων των παιδιών και όχι μόνο αυτών που παρουσιάζουν χρόνια προβλήματα συμπεριφοράς (Alberto & Troutman, 2013∙ Colvin, 2007). Δίνεται έμφαση στο πώς το σχολικό περιβάλλον, συμπεριλαμβανομένου και της τάξης, μπορεί να τροποποιηθεί ώστε να βοηθήσει το παιδί να σταματήσει την ανεπιθύμητη συμπεριφορά (π.χ., να διακόπτει συστηματικά το μάθημα) (Sprick, 2009). Για τον σκοπό αυτό, στο ΠροΘεΣυ ακολουθείται η λογική της επίλυσης προβλήματος με έμφαση την ανάπτυξη θετικής αλληλεπίδρασης και κοινής ορολογίας σε θέματα διαχείρισης συμπεριφοράς ανάμεσα σε όλους τους εμπλεκομένους (εκπαιδευτικοί, διεύθυνση, γονείς, παιδιά) της σχολικής κοινότητας. Τα προβλήματα συμπεριφοράς που προκύπτουν σε μια σχολική μονάδα αντιμετωπίζονται από το διδακτικό προσωπικό ως κοινωνικά λάθη, τα οποία διορθώνονται με διδακτική παρέμβαση. Συγκεκριμένα, οι εκπαιδευτικοί: α) διδάσκουν με σαφή και άμεσο τρόπο τις επιθυμητές συμπεριφορές (δηλαδή τις κοινωνικές δεξιότητες και ρουτίνες), β) επικεντρώνονται συστηματικά στις επιθυμητές συμπεριφορές των παιδιών αναγνωρίζοντάς τες λεκτικά και μη-λεκτικά και γ) παρέχουν συγκεκριμένη θετική ανατροφοδότηση (Madigan et al., 2016). Με αυτόν τον τρόπο, η έμφαση μετατοπίζεται από την άμεση επιβολή τιμωρίας – όταν προκύψει πρόβλημα συμπεριφοράς- στην παροχή διδακτικών ευκαιριών για εξάσκηση των κοινωνικών λαθών των παιδιών. Μέσω της συνεχούς εξάσκησης των επιθυμητών συμπεριφορών και της συχνής θετικής και συγκεκριμένης ανατροφοδότησης, ο διδακτικός χρόνος μεγιστοποιείται αφού μειώνονται τα προβλήματα συμπεριφοράς (Horner & Sugai, 2015).